Οι πρόσφατες προγραμματισμένες αποκοπές ηλεκτροδότησης μέσα στο καλοκαίρι ανέδειξαν με τον πιο εμφανή τρόπο ότι το κυπριακό ηλεκτρικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Οι βλάβες σε μονάδες παραγωγής μπορεί να προκύψουν σε κάθε ηλεκτρικό δίκτυο. Εκείνο που διαφοροποιεί ένα σύγχρονο ενεργειακό σύστημα από ένα λιγότερο ώριμο είναι η ικανότητα του πρώτου να απορροφά τέτοιου είδους απρόβλεπτα γεγονότα, χωρίς να διαταράσσεται η ηλεκτροδότηση των καταναλωτών. Η εμπειρία των προηγούμενων εβδομάδων επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι η Κύπρος απέχει από αυτόν τον στόχο.

Με αφορμή και την ανακοίνωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων της ΑΗΚ, οι οποίες έκαναν λόγο για διαχρονικές αδυναμίες στον ενεργειακό σχεδιασμό, η δημόσια συζήτηση οφείλει πλέον να μετατοπιστεί από το ίδιο το περιστατικό των αποκοπών στις αιτίες που το προκάλεσαν. Η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη διαθεσιμότητα των συμβατικών μονάδων παραγωγής, αλλά από τον συνολικό σχεδιασμό του ηλεκτρικού συστήματος, την επάρκεια των υποδομών και την ικανότητα του συστήματος να αξιοποιεί αποτελεσματικά κάθε διαθέσιμη πηγή ενέργειας.

Η αντίφαση που χαρακτηρίζει σήμερα το κυπριακό ενεργειακό μοντέλο είναι ιδιαίτερα έντονη. Παρά τη σημαντική ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) τα τελευταία χρόνια, μεγάλες ποσότητες καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθούν να απορρίπτονται σε περιόδους υψηλής ηλιοφάνειας, επειδή το δίκτυο αδυνατεί να τις απορροφήσει. Την ίδια στιγμή, όταν η διαθεσιμότητα συμβατικών μονάδων παραγωγής περιορίζεται, το ίδιο σύστημα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με προβλήματα επάρκειας, οδηγώντας ακόμη και σε αποκοπές ηλεκτροδότησης. Πρόκειται για μια αντίφαση που γεννά εύλογα ερωτήματα: γιατί απορρίπτεται διαθέσιμη πράσινη ενέργεια ενώ το σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κινδύνους επάρκειας; Ποιοι θεσμικοί, τεχνικοί και ρυθμιστικοί παράγοντες δυσχεραίνουν την πλήρη αξιοποίηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ);

 

Τα διαχρονικά προβλήματα του ηλεκτρικού δικτύου

Η σημερινή εικόνα του ηλεκτρικού δικτύου στη χώρα μας είναι άμεσα συνδεδεμένη με τρία κρίσιμα διαρθρωτικά ζητήματα, τα οποία επιβαρύνουν την ενεργειακή αγορά.

Το πρώτο αφορά τις συνεχείς περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ. Η πράσινη ενέργεια που δεν μπορεί να απορροφηθεί από το δίκτυο ουσιαστικά χάνεται, ενώ για να διατηρηθεί η ευστάθεια του συστήματος συνεχίζουν να λειτουργούν σχεδόν αδιάκοπα πεπαλαιωμένες, εξόχως ρυπογόνες συμβατικές μονάδες παραγωγής, που δεν βγαίνουν εκτός λειτουργίας κυρίως διότι η επαναλειτουργία τους κάθε τόσο είναι περισσότερο δαπανηρή πρακτική. Η τακτική αυτή δεν επηρεάζει δυσμενώς μόνο την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της χώρας, αλλά αυξάνει και το κόστος εξισορρόπησης του συστήματος, το οποίο τελικά μεταφέρεται στους προμηθευτές και, κατ' επέκταση, στους καταναλωτές.

Το δεύτερο ζήτημα σχετίζεται με τις μεγάλες καθυστερήσεις στην ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές, οι μπαταρίες αποτελούν το πλέον βασικό εργαλείο για την απορρόφηση της πλεονάζουσας παραγωγής από ΑΠΕ, τη μείωση των αποκοπών και την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού. Στην Κύπρο, όμως, οι σχετικές διαδικασίες αδειοδότησης και υλοποίησης καθυστέρησαν σημαντικά και εξακολουθούν να προχωρούν με αργούς ρυθμούς, παρά το γεγονός ότι η αποθήκευση αναγνωρίζεται πλέον ως κρίσιμη προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού.

Το τρίτο κρίσιμο ζήτημα αφορά τις καθυστερήσεις στη σύνδεση και αδειοδότηση νέων έργων ΑΠΕ. Επενδύσεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την παραγωγική βάση της χώρας παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε αναμονή, περιορίζοντας την ανάπτυξη ενός πιο ανταγωνιστικού και αποκεντρωμένου ενεργειακού μοντέλου.

 

Η ανάγκη για κεντρικό σχεδιασμό

Τα ζητήματα αυτά δεν επηρεάζουν μόνο τους παραγωγούς ή τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας. Αφορούν κάθε νοικοκυριό και κάθε επιχείρηση που συνεχίζουν να επιβαρύνονται με υψηλό ενεργειακό κόστος, αλλά και κάθε πολίτη που έχει επενδύσει σε φωτοβολταϊκά, βλέποντας συχνά την καθαρή ενέργεια που παράγει να μην αξιοποιείται πλήρως ή και να χάνεται στο μεγαλύτερό της ποσοστό.

Οι πρόσφατες εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στην αποκατάσταση μιας βλάβης ή στη διαχείριση μιας έκτακτης κατάστασης. Η ενεργειακή ασφάλεια προϋποθέτει έναν συνολικό εκσυγχρονισμό του ηλεκτρικού συστήματος, με επαρκή παραγωγική ισχύ, σύγχρονες υποδομές αποθήκευσης, ταχύτερη υλοποίηση έργων ΑΠΕ, ενίσχυση του δικτύου και αποτελεσματικότερη λειτουργία της Ανταγωνιστικής Αγοράς Ηλεκτρισμού.

Οι πρόσφατες διακοπές ρεύματος σε περίοδο καύσωνα θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημείο καμπής για μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από το μέλλον του ενεργειακού συστήματος της χώρας. Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η ταχεία αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης μετά από μια βλάβη, αλλά πρωτίστως η δημιουργία των προϋποθέσεων για ένα σύγχρονο, ευέλικτο και ανθεκτικό ηλεκτρικό σύστημα, ικανό να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες και στις προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης.