Ο Ανδρέας Πολυδώρου καταθέτει στο ΚΥΠΕ τη δική του μαρτυρία για τα γεγονότα του πραξικοπήματος του 1974, περιγράφοντας τις δραματικές στιγμές που βίωσε ο ίδιος και η οικογένειά του, από τις πρώτες ώρες της εκδήλωσής του μέχρι τις ημέρες της τουρκικής εισβολής. Μέσα από την αφήγησή του αναφέρεται στις συλλήψεις, τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τις συνθήκες κράτησης που, όπως εξιστορεί, υπέστη, ενώ κλείνει με μήνυμα προς τις νεότερες γενιές να μην επιτρέψουν ποτέ την επιστροφή του φανατισμού.

Όπως θυμάται, όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα από το ραδιόφωνο ακουγόταν το τραγούδι «Το Πουκάμισο το Θαλασσί». Εκείνη την περίοδο η οικογένειά του διατηρούσε περιουσία στα Κάτω Περβόλια, ενώ ο πατέρας του εργαζόταν ως γεωργός. Την ημέρα του πραξικοπήματος, γύρω στις 12:30 το μεσημέρι, βρίσκονταν στο χωράφι μαζεύοντας πατάτες, όταν, σύμφωνα με τον ίδιο, τους επισκέφθηκαν ο αείμνηστος πρώην βουλευτής Πάφου του ΔΗΚΟ Νίκος Πιττοκοπίτης και ο πρόεδρος της Ένωσης Αγωνιστών Φιλομακαριακών Μίκης Τεμπριώτης, ζητώντας να επιτάξουν το Land Rover της οικογένειας, όπως είπε στο ΚΥΠΕ. Ο πατέρας του αρνήθηκε αρχικά να το παραχωρήσει, όμως αργότερα, όταν το ζήτησαν άλλα πρόσωπα, συμφώνησε υπό την προϋπόθεση ότι θα το οδηγούσε ο γιος του.

Σύμφωνα με όσα τους αναφέρθηκαν, το όχημα θα χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά ομάδων που θα υποστήριζαν τον Πρόεδρο Μακάριο. Αφού εφοδίασαν το όχημα με καύσιμα, κατευθύνθηκαν προς την Αστυνομία για να παραλάβουν όπλα και στη συνέχεια κινήθηκαν προς τα Κούκλια. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι συνέχισαν την πορεία τους, ακολουθώντας ένα λεωφορείο, μέχρι που έφτασαν στην περιοχή του Κολοσσίου.

Ο κ. Πολυδώρου αναφέρει ότι δεν κρατούσε όπλο. Ξαφνικά, όπως περιγράφει, το λεωφορείο που προπορευόταν δέχθηκε πυρά. Ο ίδιος έπεσε στο έδαφος και κρύφτηκε πίσω από τον κορμό μιας μεγάλης αμυγδαλιάς, χωρίς να έχει δυνατότητα διαφυγής. Όπως αφηγείται, ακολούθησε η σύλληψή τους και άγριος ξυλοδαρμός από ομάδα της ΕΟΚΑ Β’, η οποία, όπως υποστηρίζει, τους είχε στήσει ενέδρα.

Κατά τη μεταφορά τους προς τη Λεμεσό, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, συνάντησαν ακόμη ένα μπλόκο στο οποίο συμμετείχαν μέλη της ΕΟΚΑ Β’. Εκεί, όπως αναφέρει, του ζήτησαν να πει το σύνθημα «Δύναμη» για να διαπιστώσουν αν ανήκε στις τάξεις τους, όμως ο ίδιος δεν το γνώριζε. Υποστηρίζει ακόμη ότι επιχείρησαν να τον χτυπήσουν ακόμη και με πιστόλι, επειδή έσπασε η «βασταριά» που κρατούσε λόγω τραυματισμού στο πόδι. Όπως αναφέρει, την επίθεση απέτρεψε ένας ανθυπασπιστής από την Ελλάδα, ο οποίος παρενέβη φωνάζοντας να σταματήσουν «με το αίμα το ελληνικό».

Στη συνέχεια οδηγήθηκε σε κελί, όπου αργότερα μεταφέρθηκε και ο Ηγούμενος της Χρυσορογιάτισσας. Ωστόσο, όπως αναφέρει, οι ξυλοδαρμοί συνεχίστηκαν ακόμη και μέσα στα κρατητήρια. Η νύχτα της Δευτέρας πέρασε στο κελί, ενώ το πρωί της Τρίτης τον επισκέφθηκε γιατρός.

Ο κ. Πολυδώρου αναφέρει ότι την Πέμπτη, όταν είδε στρατιωτικά φορτηγά και οχήματα να καταφθάνουν, πίστεψε πως επρόκειτο να εκτελεστούν. Αντί τούτου, μεταφέρθηκαν στα αστυνομικά κρατητήρια της Λεμεσού, όπου συνεχίστηκαν οι ξυλοδαρμοί. Την ίδια νύχτα μεταφέρθηκε εκεί και ο "Φούλης" από τη Λεμεσό, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, κατάφερε να περάσει κρυφά στη φυλακή ένα μικρό πιστόλι, χωρίς να γνωρίζει πως.

Την Παρασκευή τον επισκέφθηκαν οι γονείς του, οι οποίοι μέχρι τότε τον θεωρούσαν νεκρό. Μαζί τους βρισκόταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ένα μέλος της ΕΟΚΑ Β’ οπλισμένο με καλάσνικοφ. Οι γονείς του έμειναν μαζί του για λίγο και αποχώρησαν.

Το ίδιο απόγευμα, γύρω στις 17:00, ο "Φούλης" ενημέρωσε τους συγκρατούμενούς του ότι οι τουρκικές δυνάμεις είχαν πραγματοποιήσει απόβαση στην Κύπρο. Ο κ. Πολυδώρου θυμάται τις σειρήνες που ήχησαν το πρωί του Σαββάτου, σηματοδοτώντας την έναρξη της τουρκικής εισβολής.

Μέσα στις δραματικές εκείνες ημέρες, αναφέρει ότι συνάντησε τον ζωγράφο Χρύσανθο Όθωνος, τον οποίο θεωρούσε νεκρό. Μαζί κατευθύνθηκαν προς τις Πλάτρες, όπου συνάντησαν ομάδα ανθρώπων ξυπόλυτων, και στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητο με προορισμό τον Κύκκο. Κατά τη διαδρομή, όπως περιγράφει, τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν ασταμάτητα, ενώ ξέσπασε φωτιά και οι μοναχοί χτυπούσαν τις καμπάνες προσπαθώντας παράλληλα να συνδράμουν στην κατάσβεσή της.

Αργότερα, πηγαίνοντας προς την Παναγιά, όπως λέει, συνάντησαν «τους δικούς μας, τους πατριώτες». Στη συνέχεια επέστρεψαν στην Τσάδα και τελικά στη Χλώρακα, όπου βρήκε τη σύζυγό του, η οποία ήταν έγκυος, καθώς και τους γονείς του.

Ο Ανδρέας Πολυδώρου υποστήριξε ακόμη ότι «δυστυχώς εκείνοι που βοηθήθηκαν από τον Μακάριο δεν πήγαν να τον βοηθήσουν και να τον στηρίξουν και περίμεναν από εμάς».

Κλείνοντας, και ερωτηθείς για το μήνυμα που επιθυμεί να στείλει στις νεότερες γενιές, τόνισε πως εύχεται οι νέοι της Κύπρου να μην ζήσουν ποτέ ξανά ημέρες φανατισμού όπως εκείνες που βίωσε η δική του γενιά.

«Εύχομαι οι νέοι της Κύπρου να μην φτάσουν σε μέρες φανατισμού όπως ζήσαμε εμείς και να μην επιτρέψουν ποτέ να επικρατήσουν ξανά τέτοιες καταστάσεις», κατέληξε.

Πηγή: ΚΥΠΕ