Στις 3 Αυγούστου 1977, στις 05:15 τα ξημερώματα, η καρδιά του πρώτου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Αρχιεπισκόπου Κύπρου, Μακαρίου Γ΄, σταμάτησε να χτυπά. Λίγα λεπτά αργότερα, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου διέκοψε το πρόγραμμά του για να μεταδώσει την είδηση που συγκλόνισε το νησί.
Όπως αναφέρει σε εκτενές αφιέρωμά του «Το Βήμα», ολόκληρη η Κύπρος βυθίστηκε στο πένθος. Χιλιάδες πολίτες κατέκλυσαν τους δρόμους για να αποχαιρετήσουν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ενώ στους τοίχους κυριαρχούσε το σύνθημα «Ζει».
Σύμφωνα με το «Βήμα», η επιδείνωση της υγείας του είχε ξεκινήσει από τον Απρίλιο του 1977, όταν υπέστη το πρώτο έμφραγμα. Τέσσερις μήνες αργότερα, ενώ εργαζόταν στο γραφείο του στην Αρχιεπισκοπή, αισθάνθηκε έντονο πόνο στο στήθος. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, υπέστη τρεις καρδιακές προσβολές μέσα σε διάστημα έξι ωρών και κατέληξε στις 05:15 της 3ης Αυγούστου.
Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει το δημοσίευμα του «Βήματος», η ιστορία δεν τελείωσε με τον θάνατό του. Κατά τη νεκροψία που πραγματοποιήθηκε στην Αρχιεπισκοπή, η καρδιά του Μακαρίου αφαιρέθηκε και μεταφέρθηκε από τον παθολογοανατόμο Πάνο Σταυρινό στο Λονδίνο για εξειδικευμένες εξετάσεις. Οι Βρετανοί ειδικοί δεν διαπίστωσαν κάτι διαφορετικό από τα αρχικά ευρήματα και η καρδιά ταριχεύθηκε, επιστρέφοντας στη συνέχεια στην Κύπρο.
Για 33 ολόκληρα χρόνια, η καρδιά του Μακαρίου παρέμεινε φυλαγμένη στην Αρχιεπισκοπή, μακριά από το σώμα του, το οποίο είχε ενταφιαστεί στο Θρονί της Παναγίας, κοντά στην Ιερά Μονή Κύκκου. Μόλις το 2010, με πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄, η καρδιά τοποθετήθηκε στον τάφο του, κλείνοντας μια από τις πιο ασυνήθιστες και λιγότερο γνωστές σελίδες της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας.




