Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση υπόπτου κατά του διατάγματος τριήμερης προσωποκράτησής του, επικυρώνοντας την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ότι η κράτησή του ήταν αναγκαία για την απρόσκοπτη διεξαγωγή των αστυνομικών ερευνών.

Ο ύποπτος διερευνάται για σειρά σοβαρών αδικημάτων, μεταξύ των οποίων γραπτές απειλές για φόνο, διάδοση πορνογραφικού ή σεξουαλικού υλικού, παρενόχληση, παρενοχλητική παρακολούθηση (stalking), παραβίαση δικαστικού διατάγματος και άσκηση ψυχολογικής βίας σε βάρος πρώην συντρόφου του.

Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονται στην απόφαση, ο ύποπτος και η παραπονούμενη διατηρούσαν σχέση από τον Αύγουστο του 2024 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025. Παρά τις προσπάθειες επανασύνδεσης που ακολούθησαν, η σχέση τερματίστηκε οριστικά, ενώ η γυναίκα είχε ήδη προβεί σε προηγούμενες καταγγελίες εναντίον του. Ως αποτέλεσμα μίας εξ αυτών, είχε εκδοθεί στις 30 Μαΐου 2026 δικαστικό διάταγμα που του απαγόρευε να την πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων ή να επικοινωνεί μαζί της με οποιονδήποτε τρόπο.

Η νέα καταγγελία αφορά περιστατικά που φέρονται να σημειώθηκαν τα ξημερώματα της 8ης Ιουλίου 2026. Η παραπονούμενη κατήγγειλε ότι, μετά την επιστροφή της από νυχτερινή έξοδο, δέχθηκε απειλητικά και υβριστικά μηνύματα από δύο διαφορετικούς αριθμούς κινητού τηλεφώνου. Όπως ανέφερε, ο αποστολέας την απείλησε ότι θα την «τελειώσει» και θα τη «διαλύσει» εάν τον καταγγείλει. Η ίδια υποστήριξε ότι αναγνώρισε τον ύποπτο από τον τρόπο γραφής, το περιεχόμενο των μηνυμάτων, φωτογραφίες που της είχαν αποσταλεί, αλλά και από τη φωνή του όταν επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά.

Στην έφεσή του ο ύποπτος δεν αμφισβήτησε ότι υπήρχε εύλογη υποψία εναντίον του, αλλά υποστήριξε ότι δεν συνέτρεχε λόγος συνέχισης της κράτησής του, καθώς μεγάλο μέρος του ανακριτικού έργου μπορούσε να είχε ολοκληρωθεί πριν από τη σύλληψή του.

Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε ότι η πρωτόδικη δικαστής εφάρμοσε ορθά τις αρχές που διέπουν την προσωποκράτηση και αιτιολόγησε επαρκώς γιατί η κράτηση ήταν αναγκαία. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, παρέμεναν σε εκκρεμότητα σημαντικές ανακριτικές ενέργειες που αφορούσαν άμεσα το περιβάλλον του υπόπτου, μεταξύ των οποίων η έρευνα στην οικία και σε άλλα υποστατικά του για εντοπισμό κινητών τηλεφώνων, ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλων ψηφιακών συσκευών που ενδεχομένως χρησιμοποιήθηκαν για την αποστολή των απειλητικών μηνυμάτων ή για τη διακίνηση υλικού σεξουαλικού περιεχομένου.

Παράλληλα, οι ανακριτές επρόκειτο να αναζητήσουν εφαρμογές ή άλλα στοιχεία που ενδεχομένως σχετίζονται με συσκευή γεωεντοπισμού (GPS), την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, ο ύποπτος είχε τοποθετήσει στο όχημά της. Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος καταστροφής αποδεικτικών στοιχείων εάν ο ύποπτος παρέμενε ελεύθερος.

Επιπλέον, κρίθηκε ότι εκκρεμούσε η διερεύνηση ισχυρισμών πως ο ύποπτος συνοδευόταν από φιλικά του πρόσωπα κατά τη νύχτα των επίδικων γεγονότων, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία τη λήψη καταθέσεων από πιθανούς μάρτυρες. Το Εφετείο συμφώνησε με την πρωτόδικη εκτίμηση ότι υπήρχε δικαιολογημένος φόβος επηρεασμού μαρτύρων σε περίπτωση αποφυλάκισης του υπόπτου.

Το Ανώτατο υπογράμμισε ακόμη ότι ο ρόλος του Εφετείου δεν είναι να επανεξετάζει την υπόθεση από την αρχή ούτε να αντικαθιστά την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου με τη δική του, αλλά να ελέγχει κατά πόσο η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας και χωρίς εξωγενείς ή άσχετους παράγοντες.

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη απόφαση ούτε ως προς την αναγκαιότητα της προσωποκράτησης ούτε ως προς τη διάρκειά της και, ως εκ τούτου, επικύρωσε το διάταγμα τριήμερης κράτησης, απορρίπτοντας την έφεση του υπόπτου.

Διαβάστε επίσης: Ιερουσαλήμ: Άγριες συμπλοκές μεταξύ οπαδών Μπεϊτάρ και ΑΕΚ Λάρνακας (ΒΙΝΤΕΟ)