Την ανάγκη ενίσχυσης της προστασίας των μεταναστών εργαζομένων, μέσω καλύτερης ενημέρωσης, αποτελεσματικότερων ελέγχων και ευκολότερης πρόσβασης σε μηχανισμούς στήριξης και δικαιοσύνης, ανέδειξαν οι ομιλητές του δεύτερου πάνελ της συζήτησης στρογγυλής τραπέζης με θέμα «Προώθηση της δίκαιης απασχόλησης για το μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό στην Κύπρο», που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Εμπορίας Ανθρώπων.
Το δεύτερο πάνελ επικεντρώθηκε στα δίκτυα υποστήριξης, την πρόσβαση στους εργασιακούς θεσμούς και τη νομική εκπροσώπηση του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού στην Κύπρο, με τη συμμετοχή δικηγόρου και εκπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΣΕΚ και ΠΕΟ, οι οποίοι ανέδειξαν τα πρακτικά εμπόδια που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι μετανάστες εργαζόμενοι στην ενημέρωση, τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους και την πρόσβαση σε μηχανισμούς προστασίας.
Από τη σκοπιά της νομικής πρακτικής, η δικηγόρος Ελένη Χαραλάμπους ανέφερε ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι η απουσία νομοθεσίας, αλλά η αποτελεσματική εφαρμογή της, σημειώνοντας ότι οι εργαζόμενοι από τρίτες χώρες συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην άσκηση των δικαιωμάτων τους.
Όπως εξήγησε, το καθεστώς διαμονής ενός προσώπου δεν επηρεάζει τα βασικά εργασιακά του δικαιώματα, καθώς «δεν αλλάζει η υποχρέωση του εργοδότη να εφαρμόζει την εργατική νομοθεσία ούτε η υποχρέωση καταβολής μισθού».
Παράλληλα, σημείωσε ότι είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ της εμπορίας προσώπων και άλλων μορφών εργασιακής εκμετάλλευσης, καθώς, όπως είπε «πριν φτάσουμε στην εμπορία προσώπων, υπάρχουν πολλές άλλες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας και μορφές εργασιακής εκμετάλλευσης που μπορεί να μην συνιστούν νομικά trafficking».
«Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες μορφές εκμετάλλευσης είναι λιγότερο σημαντικές», πρόσθεσε.
Αναφερόμενη στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη, η κ. Χαραλάμπους επεσήμανε ότι οι εργαζόμενοι συχνά αντιμετωπίζουν πρακτικά εμπόδια, είτε λόγω έλλειψης ενημέρωσης είτε λόγω περιορισμένων αρμοδιοτήτων ορισμένων υπηρεσιών.
«Το πρόβλημα δεν είναι τόσο το νομικό πλαίσιο όσο η πρακτική εφαρμογή του», ανέφερε, προσθέτοντας ότι χρειάζονται μηχανισμοί ώστε οι εργαζόμενοι να μπορούν να απευθύνονται στις αρμόδιες υπηρεσίες «όχι μόνο όταν μια υπόθεση εξελιχθεί σε εμπορία προσώπων, αλλά ήδη από τα πρώτα στάδια εργασιακής εκμετάλλευσης».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στους αιτητές ασύλου, σημειώνοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται σύγχυση ως προς το δικαίωμά τους στην εργασία, με αποτέλεσμα να παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς δυνατότητα νόμιμης απασχόλησης.
«Χρειάζεται ένα πιο λειτουργικό πληροφοριακό σύστημα, ώστε να είναι ξεκάθαρο σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες ποιο είναι το καθεστώς κάθε αιτητή ασύλου», είπε, αναδεικνύοντας παράλληλα την ανάγκη για καλύτερο συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών και περισσότερες δράσεις ενημέρωσης για τα εργασιακά δικαιώματα.
Ο Γραμματέας του Σωματείου Ξενοδοχοϋπαλλήλων της ΣΕΚ, Παναγιώτης Ιωαννίδης, ανέφερε ότι οι εργασιακοί θεσμοί στην Κύπρο λειτουργούν σε ικανοποιητικό επίπεδο, ωστόσο χρειάζονται επιπλέον εργαλεία ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν άμεση πρόσβαση στην πληροφόρηση και την υποστήριξη.
«Όταν μιλάμε για εργαζομένους, δεν κάνουμε κανέναν διαχωρισμό. Για εμάς δεν υπάρχουν μετανάστες, Ευρωπαίοι ή Κύπριοι εργαζόμενοι. Οι συλλογικές συμβάσεις αφορούν όλους. Η εργατική νομοθεσία αφορά όλους», είπε.
Όπως ανέφερε, η Ομοσπονδία προχωρεί στην ανάπτυξη εφαρμογής για κινητά τηλέφωνα, μέσω της οποίας οι εργαζόμενοι θα μπορούν να ενημερώνονται στη γλώσσα τους για τις συλλογικές συμβάσεις, την εργατική νομοθεσία και τα δικαιώματά τους.
Παράλληλα, εισηγήθηκε τη δημιουργία μικτών κλιμακίων ελέγχου με τη συμμετοχή όλων των αρμόδιων υπηρεσιών, σημειώνοντας ότι «οι έλεγχοι πρέπει να γίνονται με πιο συντονισμένο τρόπο», ενώ τάχθηκε υπέρ της αυστηροποίησης των κυρώσεων για παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε στις εταιρείες ενοικίασης προσωπικού και στις αλυσίδες υπεργολαβιών στον τομέα της φιλοξενίας, τις οποίες χαρακτήρισε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την προστασία των εργαζομένων.
«Οι αλυσίδες υπεργολαβιών αποτελούν μάστιγα για τον τομέα της φιλοξενίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, όχι μόνο στην Κύπρο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι ευρωπαϊκές συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ήδη καταθέσει προτάσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον περιορισμό του φαινομένου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, σε ορισμένες περιπτώσεις εργαζόμενοι απασχολούνται μέσω τέτοιων σχημάτων με όρους που απέχουν από τις συλλογικές συμβάσεις της ξενοδοχειακής βιομηχανίας.
Από πλευράς του, ο Γενικός Γραμματέας της Συντεχνίας Ξενοδοχοϋπαλλήλων της ΠΕΟ, Νεόφυτος Ττιμινής, επεσήμανε ότι η προστασία των εργαζομένων δεν πρέπει να διαφοροποιείται ανάλογα με την καταγωγή τους.
«Για εμάς, η δίκαιη απασχόληση δεν είναι μια θεωρητική έννοια. Είναι ζήτημα ταξικής αλληλεγγύης και ισονομίας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι μετανάστες εργαζόμενοι αποτελούν «ισότιμο κομμάτι της εργατικής τάξης» και ότι η προστασία όλων των εργαζομένων περνά μέσα από «την ενότητα και τον κοινό αγώνα απέναντι στην εκμετάλλευση».
Αναφερόμενος στις συλλογικές συμβάσεις, είπε ότι αποτελούν βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της εκμετάλλευσης, εκφράζοντας παράλληλα προβληματισμό για πρακτικές που, όπως υποστήριξε, οδηγούν σε υποβάθμιση των όρων απασχόλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες.
«Το μοναδικό κριτήριο για την εργοδότηση εργαζομένων από τρίτες χώρες πρέπει να είναι η πλήρης εφαρμογή της κλαδικής συλλογικής σύμβασης για όλους τους εργαζόμενους», ανέφερε.
Αναφερόμενος στους εργαζομένους σε ψηφιακές πλατφόρμες διανομής, σημείωσε ότι απαιτείται περαιτέρω ρύθμιση του κλάδου, καθώς, όπως είπε, «η εκμετάλλευση εξακολουθεί να είναι μεγάλη».
Πηγή: ΚΥΠΕ




