Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση άνδρα, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες για βιασμό, συνουσία διά βίας, άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας και σεξουαλική παρενόχληση, επικυρώνοντας την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης από το Κακουργοδικείο.

Η υπόθεση αφορά καταγγελία γυναίκας, με όλα τα αδικήματα να φέρεται ότι διαπράχθηκαν στον ίδιο τόπο και χρόνο. Μετά την παραπομπή του κατηγορούμενου σε δίκη, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτησή του μέχρι την έναρξη της διαδικασίας, επικαλούμενη κίνδυνο φυγοδικίας. Το αίτημα έγινε δεκτό από το πρωτόδικο Δικαστήριο στις 9 Ιουλίου 2026, απόφαση την οποία ο κατηγορούμενος προσέβαλε με έφεση.

Στην έφεσή του υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε πλημμελώς το μαρτυρικό υλικό και ότι δεν υπήρχε επαρκής πιθανότητα καταδίκης ώστε να δικαιολογείται η κράτησή του. Παράλληλα, προέβαλε τους δεσμούς του με την Κυπριακή Δημοκρατία, επισημαίνοντας ότι είναι κάτοχος κυπριακής ταυτότητας και ότι οι προσωπικές του περιστάσεις δεν δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του ως προσώπου με αυξημένο κίνδυνο διαφυγής.

Το Ανώτατο, εξετάζοντας την υπόθεση, έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προχώρησε σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά περιορίστηκε – όπως επιβάλλει η νομολογία στο στάδιο της κράτησης – στη διαπίστωση κατά πόσο το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό δημιουργεί πιθανότητα καταδίκης. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η υπεράσπιση επικεντρώθηκε αποσπασματικά σε σημεία της πρώτης κατάθεσης της παραπονούμενης, παραβλέποντας το συνολικό περιεχόμενό της.

Σύμφωνα με την απόφαση, από τις καταθέσεις της παραπονούμενης προκύπτει ότι είχε ξεκαθαρίσει επανειλημμένα στον κατηγορούμενο πως δεν επιθυμούσε σεξουαλική επαφή πέραν των φιλιών, ενώ αναφέρει ότι προσπάθησε να τον απομακρύνει όταν εκείνος προχώρησε σε σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεσή της. Το Ανώτατο συμφώνησε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το σύνολο του αποδεικτικού υλικού θεμελιώνει πιθανότητα καταδίκης, χωρίς αυτό να αποκλείει το ενδεχόμενο αθώωσης κατά την κύρια δίκη.

Αναφορικά με τον κίνδυνο φυγοδικίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είχαν εξεταστεί επαρκώς. Σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος διαμένει μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές, διατηρεί εκεί ισχυρούς δεσμούς και αναμενόταν να εργοδοτηθεί ως δάσκαλος από τον Σεπτέμβριο του 2026. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες συνεργασίας των Αρχών της Δημοκρατίας με τις κατοχικές αρχές, κρίθηκε ότι ενισχύει τον κίνδυνο μη παρουσίας του στη δίκη.

Το Ανώτατο διευκρίνισε ότι η κράτηση δεν αποφασίστηκε λόγω της τουρκοκυπριακής καταγωγής του κατηγορούμενου, αλλά λόγω των πραγματικών δεσμών του με περιοχές όπου οι κυπριακές Αρχές δεν μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά τις εξουσίες τους. Επικαλέστηκε, μάλιστα, σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία η κυπριακή υπηκοότητα από μόνη της δεν εξαλείφει τον κίνδυνο φυγοδικίας όταν υφίστανται ισχυροί δεσμοί με τα κατεχόμενα.

Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι, παρότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου λαμβάνονται υπόψη, δεν μπορούν να υπερισχύσουν του δημόσιου συμφέροντος για την ορθή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, όταν διαπιστώνεται πραγματικός κίνδυνος διαφυγής.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο έκρινε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια και δεν συνέτρεχε λόγος παρέμβασης στην απόφασή του, απορρίπτοντας την έφεση και επικυρώνοντας την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την έναρξη της δίκης του.

Διαβάστε επίσης: Απόπειρα φόνου στη Λευκωσία: Κατήγγειλε ότι «γάζωσαν» το εν κινήσει όχημά του