Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση οδηγού, ο οποίος είχε καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, επικυρώνοντας τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή φυλάκισης 12 μηνών που του είχε επιβληθεί. Κατά την ακρόαση της έφεσης, ο ίδιος απέσυρε τον λόγο που αφορούσε την ποινή και το Εφετείο εξέτασε αποκλειστικά τους οκτώ λόγους που στρέφονταν κατά της καταδίκης.
Η υπόθεση αφορούσε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, το οποίο σημειώθηκε όταν ο κατηγορούμενος οδηγούσε σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο οδηγός αποφάσισε να προσπεράσει προπορευόμενο φορτηγό, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η προσπέραση έγινε σε σημείο όπου υπήρχε ευδιάκριτη συνεχής λευκή διαχωριστική γραμμή, σε ανηφορικό τμήμα του δρόμου, χωρίς οδικό φωτισμό και υπό συνθήκες απόλυτου σκότους. Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τον ελιγμό και να επιστρέψει στη λωρίδα του, συγκρούστηκε μετωπικά με όχημα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και κινούνταν νόμιμα στη λωρίδα του. Από τη σφοδρή σύγκρουση έχασε τη ζωή του ο οδηγός του δεύτερου οχήματος.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος είχε αρχίσει την προσπέραση σε σημείο όπου υπήρχε διακεκομμένη γραμμή και συνεπώς ο αρχικός ελιγμός του ήταν νόμιμος. Παράλληλα ισχυρίστηκε ότι το θύμα οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, υπό την επήρεια αλκοόλ και φαρμάκων, και ότι αν κινούνταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, το δυστύχημα δεν θα είχε συμβεί.
Το Εφετείο, υιοθετώντας την ανάλυση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, έκρινε ότι ακόμη και αν γινόταν δεκτό πως η προσπέραση άρχισε σε σημείο με διακεκομμένη γραμμή, ο οδηγός είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να ολοκληρώσει τον ελιγμό με ασφάλεια, εγκαίρως και πριν εισέλθει σε τμήμα του δρόμου όπου η προσπέραση απαγορευόταν. Αντίθετα, παρέμεινε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας μέχρι το σημείο όπου υπήρχε συνεχής διαχωριστική γραμμή, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ότι μπορούσε να επιστρέψει έγκαιρα στη λωρίδα του.
Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις συνθήκες που επικρατούσαν. Διαπίστωσε ότι ο δρόμος ήταν ανηφορικός, γεγονός που περιόριζε σημαντικά την ορατότητα του οδηγού πέρα από την κορυφή της ανωφέρειας. Ταυτόχρονα, δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και ήταν νύχτα, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην μπορεί να αντιληφθεί εγκαίρως την παρουσία οχήματος που πλησίαζε από την αντίθετη κατεύθυνση. Το Εφετείο έκρινε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η απόφαση να επιχειρήσει προσπέραση ήταν αντικειμενικά επικίνδυνη και αποτέλεσε την ενεργό και ουσιαστική αιτία της θανατηφόρας σύγκρουσης.
Απορρίφθηκε επίσης η θέση της υπεράσπισης ότι η συμπεριφορά του θύματος διέκοπτε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πράξης του κατηγορουμένου και του θανάτου. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ακόμη και αν το θύμα οδηγούσε με μεγαλύτερη ταχύτητα ή υπό την επήρεια αλκοόλ, αυτό δεν αρκούσε για να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από την ποινική ευθύνη, αφού η επικίνδυνη προσπέραση παρέμενε η ουσιαστική αιτία του δυστυχήματος.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εφεσείων υποστήριξε ότι στερήθηκε του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, επειδή αναγκάστηκε να εκπροσωπήσει ο ίδιος τον εαυτό του κατά την αντεξέταση του βασικού αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης, ενώ – όπως ισχυρίστηκε – αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό, επισημαίνοντας ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά που επικαλέστηκε ουδέποτε κατατέθηκαν ως αποδεκτή μαρτυρία, ενώ από τα πρακτικά προέκυπτε ότι ο ίδιος είχε επιλέξει να αυτοεκπροσωπηθεί, χωρίς να ζητήσει αναβολή για εξεύρεση δικηγόρου. Αντίθετα, το πρωτόδικο Δικαστήριο του είχε δώσει χρόνο να προετοιμαστεί για την αντεξέταση και τον είχε διευκολύνει στη διαδικασία, χωρίς όμως να υπερβεί τα όρια της δικαστικής ουδετερότητας.
Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο όφειλε να διορίσει αυτεπάγγελτα συνήγορο υπεράσπισης, καθώς δεν προέκυπτε οποιαδήποτε εμφανής ανικανότητα του κατηγορουμένου να συμμετάσχει στη διαδικασία. Το Εφετείο σημείωσε ακόμη ότι η αντεξέταση του βασικού μάρτυρα κάλυψε ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης και ότι άλλοι μάρτυρες κατηγορίας αντεξετάστηκαν από τον δικηγόρο του κατηγορουμένου.
Ανεδαφικοί κρίθηκαν και οι ισχυρισμοί περί παρατυπιών στη μαρτυρία ανήλικου μάρτυρα και της μητέρας του, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε υπήρξε καθοδήγηση του μάρτυρα ούτε επηρεάστηκε με οποιονδήποτε τρόπο η δίκαιη διεξαγωγή της δίκης.
Το Εφετείο απέρριψε και τον λόγο έφεσης που αφορούσε την απόρριψη αιτήματος επανακλήτευσης του βασικού εξεταστή της υπόθεσης. Έκρινε ότι το αίτημα ήταν αόριστο και δεν εξηγούσε ποιες συγκεκριμένες ελλείψεις της αρχικής μαρτυρίας έπρεπε να καλυφθούν. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι πολλά από τα ζητήματα που ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να θέσει είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο της αρχικής αντεξέτασης.
Σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Εφετείο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς ότι το σχεδιάγραμμα της σκηνής ήταν ελλιπές ή λανθασμένο, ότι έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί αναπαράσταση του δυστυχήματος ή ότι υπήρχαν αντιφάσεις στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε ορθά το σύνολο της μαρτυρίας και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο σχεδιάγραμμα ή στις εκτιμήσεις του αστυνομικού εξεταστή.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη μαρτυρία του πραγματογνώμονα της υπεράσπισης, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι η προσπέραση ξεκίνησε νόμιμα και ότι το δυστύχημα θα είχε αποφευχθεί αν το θύμα οδηγούσε με το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. Το Εφετείο συμφώνησε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη πραγματογνωμοσύνη βασιζόταν σε υποθέσεις και όχι σε επαρκώς τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα. Ειδικότερα, επισήμανε ότι οι υπολογισμοί του πραγματογνώμονα για την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου και το σημείο έναρξης της προσπέρασης δεν στηρίζονταν σε αποδεδειγμένα δεδομένα, αλλά σε παραδοχές που δεν μπορούσαν να επαληθευθούν.
Τέλος, απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν αναιτιολόγητη. Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αναλύσει διεξοδικά τη μαρτυρία, είχε αιτιολογήσει τα ευρήματά του και είχε εφαρμόσει ορθά τις αρχές που διέπουν τις υποθέσεις πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης οδήγησης.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε και τους οκτώ λόγους έφεσης, επικυρώνοντας πλήρως την καταδικαστική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου και αφήνοντας σε ισχύ τόσο την ετυμηγορία όσο και την ποινή φυλάκισης των 12 μηνών.
Διαβάστε επίσης: Κύπρια δικηγόρος μηνύει την Αστυνομία και ζητά τη σορό της ανάπηρης γάτας της
*φωτογραφία αρχείου




