Το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατηγορούμενου, ο οποίος παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου για κατηγορίες βιασμού, άσεμνης επίθεσης και σεξουαλικής παρενόχλησης, καθώς και για άλλα συναφή αδικήματα, επικυρώνοντας την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου για κράτησή του μέχρι την έναρξη της δίκης.
Στην απόφασή του, ημερομηνίας 23 Ιουλίου 2026, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης ότι δεν υπήρχε επαρκής πιθανότητα καταδίκης και ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου απέκλειαν τον κίνδυνο φυγοδικίας.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες που αφορούν την ίδια παραπονούμενη και φέρονται να διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο. Μετά την παραπομπή του σε δίκη, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτησή του μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, επικαλούμενη κίνδυνο φυγοδικίας, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου.
Εξετάζοντας την έφεση, το Εφετείο υπενθύμισε ότι η κράτηση υποδίκου μέχρι τη δίκη αποτελεί μέτρο κατ’ εξαίρεση και εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σημείωσε παράλληλα ότι παρέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται μόνο όταν διαπιστώνεται ότι η ευχέρεια αυτή δεν ασκήθηκε δικαστικά ή ότι παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίζει η νομολογία.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι δεν προέκυπτε επαρκής πιθανότητα καταδίκης, το Εφετείο έκρινε ότι η προσέγγιση αυτή βασίστηκε σε επιλεκτική ανάγνωση του μαρτυρικού υλικού. Όπως αναφέρει στην απόφασή του, «δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντος πως από το μαρτυρικό υλικό δεν διαφαίνεται πιθανότητα καταδίκης», προσθέτοντας ότι η επίκληση συγκεκριμένων σημείων από την κατάθεση της παραπονούμενης αποτελούσε «αποσπασματική και επιλεκτική, θα λέγαμε, θεώρηση της κατάθεσής της και όχι συνολική εκτίμηση».
Το Δικαστήριο επεσήμανε ακόμη ότι στο στάδιο εξέτασης του ζητήματος κράτησης δεν αξιολογείται η αξιοπιστία των μαρτύρων ούτε αποφασίζεται η ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορουμένου. Όπως σημειώνει, «το Δικαστήριο, για σκοπούς κράτησης, δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, αλλά περιορίζεται στην εξέταση της ισχύος του εν λόγω υλικού, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη».
Στη συνέχεια το Εφετείο εξέτασε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος διαθέτει δεσμούς με τη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης της κυπριακής υπηκοότητας και συνεπώς δεν υφίσταται κίνδυνος φυγοδικίας. Ωστόσο, συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι οι συγκεκριμένοι δεσμοί δεν ήταν αρκετοί ώστε να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο μη εμφάνισής του ενώπιον του Δικαστηρίου.
Αναφερόμενο στον κίνδυνο φυγοδικίας, το Εφετείο εξέτασε και το ζήτημα των δεσμών του κατηγορουμένου με τις κατεχόμενες περιοχές. Στην απόφασή του διευκρίνισε ότι «η κράτηση του Εφεσείοντος δεν αποφασίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση του ότι είναι Τουρκοκύπριος», αλλά επειδή «έχει ισχυρούς δεσμούς με τις Κατεχόμενες και μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές», στοιχείο το οποίο συνδέεται με τον κίνδυνο φυγοδικίας.
Παραπέμποντας σε προηγούμενη νομολογία, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι «η κυπριακή υπηκοότητα δεν παρέχει αφ’ εαυτής δικαίωμα για ευνοϊκή μεταχείριση», ενώ σημείωσε ότι το γεγονός πως ένας κατηγορούμενος διαμένει στις κατεχόμενες περιοχές «δεν έχει την έννοια ότι τυγχάνει διαφορετικής μεταχείρισης διότι είναι Τουρκοκύπριος, αλλά συνδέεται με τη δυσκολία να εξασφαλιστεί η παρουσία του στο Δικαστήριο».
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη απόφαση, αναφέροντας ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο «άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια» και ότι δεν είχε καταδειχθεί βάσιμος λόγος για την ανατροπή της. Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίφθηκε και η κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη παρέμεινε σε ισχύ.
Πηγή: ΚΥΠΕ




