Το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ) ζητά τη θέσπιση μιας ολοκληρωμένης και τεκμηριωμένης διαδικασίας για τον χαρακτηρισμό και τη διαχείριση επικίνδυνων οικοδομών, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η δημόσια ασφάλεια όσο και η προστασία της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Με επιστολή που απέστειλε προς τους προέδρους των Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης (ΕΟΑ) Λευκωσίας, Λεμεσού, Λάρνακας, Πάφου και Αμμοχώστου, το Επιμελητήριο αναγνωρίζει την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των κινδύνων που παρουσιάζουν ορισμένες οικοδομές, ιδιαίτερα μετά τα πρόσφατα περιστατικά καταρρεύσεων τμημάτων κτηρίων που είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια ανθρώπινων ζωών. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η αξιολόγηση μιας οικοδομής ως επικίνδυνης πρέπει να στηρίζεται σε πλήρη τεχνική τεκμηρίωση, λαμβάνοντας υπόψη και την πιθανή αρχιτεκτονική, ιστορική ή πολιτιστική της αξία.
Το ΕΤΕΚ επισημαίνει ότι η προστασία της δημόσιας ασφάλειας αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα, τονίζοντας όμως ότι, όπου δεν υπάρχει άμεσος και επικείμενος κίνδυνος κατάρρευσης, θα πρέπει να εξετάζονται όλες οι τεχνικά εφικτές επιλογές πριν ληφθεί απόφαση κατεδάφισης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για οικοδομές με αρχιτεκτονική, ιστορική ή πολιτιστική αξία.
Παράλληλα, εκφράζει ανησυχία για τη νεότερη και μοντέρνα αρχιτεκτονική κληρονομιά της Κύπρου, σημειώνοντας ότι ανάμεσα στις οικοδομές που αξιολογούνται ως επικίνδυνες περιλαμβάνονται κτήρια με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και ιστορική σημασία. Ορισμένα από αυτά είναι ήδη διατηρητέα, ενώ άλλα ενδέχεται να πληρούν τα κριτήρια για μελλοντικό χαρακτηρισμό τους. Σύμφωνα με το Επιμελητήριο, η ανάγκη αντιμετώπισης της επικινδυνότητας δεν θα πρέπει να οδηγεί στην απώλεια κτηρίων που θα μπορούσαν να αποκατασταθούν και να διατηρηθούν.
Το Επιμελητήριο επισημαίνει ακόμη ότι υπάρχει θεσμικό κενό, καθώς οι διασφαλίσεις που προβλέπει το άρθρο 15Γ του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου καλύπτουν διατηρητέες και παραδοσιακές οικοδομές, όχι όμως μεγάλο μέρος της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του 20ού αιώνα που δεν έχει ακόμη χαρακτηριστεί ως διατηρητέα. Όπως αναφέρει, αυτό αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας αξιόλογων κτηρίων.
Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΤΕΚ εισηγείται, μεταξύ άλλων, την καταγραφή κατά πόσον μια οικοδομή είναι διατηρητέα ή αξιόλογη κατά την αξιολόγησή της, τον καθορισμό σαφών κατηγοριών επικινδυνότητας, την πραγματοποίηση εξειδικευμένης τεχνικής αξιολόγησης πριν από οποιαδήποτε οριστική απόφαση κατεδάφισης όταν δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης, καθώς και την εξέταση προσωρινών μέτρων, όπως υποστηρίξεις, αντιστηρίξεις, περιφράξεις ή περιορισμός πρόσβασης, όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό. Προτείνει επίσης, σε περιπτώσεις κατεδάφισης, να καθίσταται υποχρεωτική η φωτογραφική καταγραφή της οικοδομής πριν από τις εργασίες και η υποβολή της στον αρμόδιο ΕΟΑ.
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, το Επιμελητήριο ζητά να εξεταστεί η επέκταση των διασφαλίσεων του άρθρου 15Γ, ώστε να καλύπτουν και αξιόλογες οικοδομές με τεκμηριωμένη αρχιτεκτονική ή ιστορική αξία που δεν έχουν ακόμη χαρακτηριστεί επισήμως ως διατηρητέες. Ξεκαθαρίζει, τέλος, ότι στόχος των εισηγήσεών του δεν είναι η καθυστέρηση των διαδικασιών αντιμετώπισης επικίνδυνων οικοδομών, αλλά η λήψη αποφάσεων με τεχνική επάρκεια, επαρκή τεκμηρίωση και πλήρη επίγνωση των συνεπειών τόσο για την ασφάλεια των πολιτών όσο και για τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.




