Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε έφεση 20χρονου, επικυρώνοντας την ποινή φυλάκισης 15 μηνών που του είχε επιβληθεί για το αδίκημα της κλεπταποδοχής, κρίνοντας ότι η ποινή είναι ανάλογη της σοβαρότητας των πράξεών του και δεν δικαιολογείται η αναστολή της εκτέλεσής της.

Ο εφεσείων είχε παραδεχθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι στις 5 Νοεμβρίου 2025 αποδέχθηκε αυτοκίνητο αξίας 20.000 ευρώ, γνωρίζοντας ότι αποτελούσε προϊόν κλοπής. Με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ακόμη τέσσερις εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον του για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν κλοπή από όχημα, κλοπή γυναικείας τσάντας, οδήγηση κλοπιμαίου αυτοκινήτου χωρίς άδεια κυκλοφορίας και ασφάλεια – με το οποίο προκλήθηκε και τροχαίο ατύχημα – καθώς και κλοπή οχήματος.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είχε ήδη προηγούμενη καταδίκη για κλοπή, για την οποία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης δύο μηνών τον Μάιο του 2025. Παράλληλα, συνεκτίμησε τα προσωπικά του δεδομένα, όπως καταγράφονταν στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Πρόκειται για 20χρονο, γεννημένο στον Λίβανο, μέλος πολύτεκνης οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο το 2015. Εργαζόταν ως οικοδόμος και αχθοφόρος, ενώ το εισόδημά του συνέβαλλε ουσιαστικά στη συντήρηση της οικογένειάς του, καθώς ο πατέρας του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και αδυνατεί να εργαστεί.

Με την έφεση, ο καταδικασθείς υποστήριξε ότι η ποινή ήταν υπερβολικά αυστηρή και ότι το Δικαστήριο όφειλε να αναστείλει την εκτέλεσή της. Το Εφετείο, ωστόσο, υπενθύμισε ότι η παρέμβασή του σε πρωτόδικες ποινές επιτρέπεται μόνο όταν αυτές είναι έκδηλα υπερβολικές, έκδηλα ανεπαρκείς ή αποτέλεσμα σφάλματος αρχής, κάτι που δεν διαπιστώθηκε στην προκειμένη περίπτωση.

Στην απόφασή του, το Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε συνεκτιμήσει τόσο την παραδοχή του κατηγορουμένου όσο και τις προσωπικές του περιστάσεις, χωρίς όμως να παραβλέψει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης και τις τέσσερις επιπλέον υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Τόνισε ακόμη ότι τα αδικήματα κλοπών, διαρρήξεων και κλεπταποδοχής παρουσιάζουν ιδιαίτερη έξαρση και απαιτούν αποτρεπτική αντιμετώπιση, καθώς πλήττουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

Αναφορικά με το αίτημα αναστολής της ποινής, το Εφετείο έκρινε ότι μια τέτοια απόφαση δεν θα αντανακλούσε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων ούτε θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινικής καταστολής. Υπογράμμισε ότι η επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά του εφεσείοντος, σε συνδυασμό με την προηγούμενη καταδίκη και τις πολλαπλές συναφείς υποθέσεις που είχαν ληφθεί υπόψη, δεν δικαιολογούσε την επίδειξη επιείκειας.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης και επικύρωσε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση, διατηρώντας την ποινή άμεσης φυλάκισης των 15 μηνών.