Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση Ιρανού υπηκόου κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αίτησή του για έκδοση εντάλματος Habeas Corpus, κρίνοντας ότι η συνέχιση της κράτησής του ήταν νόμιμη και δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.

Η υπόθεση αφορά αλλοδαπό, σε βάρος του οποίου είχαν εκδοθεί τον Σεπτέμβριο του 2025 διατάγματα κράτησης και απέλασης, αφού κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης. Η προσφυγή του κατά των διαταγμάτων απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο, ενώ στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Ως αποτέλεσμα, η απέλασή του ανεστάλη, εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης βάσει της νομοθεσίας περί προσφύγων και ακολούθησε νέα δικαστική προσφυγή, η οποία επίσης απορρίφθηκε.

Κατά την εκδίκαση της έφεσης, το Δικαστήριο ενημερώθηκε ότι η αίτηση ασύλου του είχε ήδη απορριφθεί από την Υπηρεσία Ασύλου, λίγες ημέρες μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, αν και ο δικηγόρος του ανέφερε ότι η σχετική απόφαση δεν είχε ακόμη κοινοποιηθεί στον πελάτη του.

Ο εφεσείων υποστήριξε ότι οι αρμόδιες αρχές δεν είχαν προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την απομάκρυνσή του και ότι η απέλασή του στο Ιράν ήταν πρακτικά αδύνατη λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη χώρα. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η κράτησή του είχε καταστεί δυσανάλογη, ότι το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την επιβολή εναλλακτικών μέτρων αντί της κράτησης και ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του στην ελευθερία, όπως κατοχυρώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αξιολογήσει ορθά τα πραγματικά περιστατικά και το ισχύον νομικό πλαίσιο. Σημείωσε ότι πριν από την υποβολή της αίτησης ασύλου οι αρμόδιες αρχές είχαν ήδη προβεί σε ενέργειες για την εξασφάλιση ταξιδιωτικών εγγράφων και την προώθηση της απέλασης, ενώ η διαδικασία ανεστάλη αποκλειστικά λόγω της αίτησης διεθνούς προστασίας. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδείκνυαν ότι οι αρχές είχαν εγκαταλείψει τον σκοπό της απέλασης ή ότι επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια.

Σε σχέση με την επίκληση της κατάστασης στο Ιράν, το Ανώτατο έκρινε ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είχε τεθεί επαρκές αποδεικτικό υλικό που να τεκμηριώνει πως η επιστροφή του εφεσείοντα ήταν αντικειμενικά αδύνατη λόγω των συνθηκών στη χώρα καταγωγής του. Αντίθετα, διαπιστώθηκε ότι οι διαδικασίες επιστροφής είχαν προχωρήσει μέχρι την υποβολή της αίτησης ασύλου, η οποία προκάλεσε την αναστολή της απέλασης.

Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι όφειλε να εξετάσει εναλλακτικά μέτρα αντί της κράτησης, επισημαίνοντας ότι η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στον Υπουργό Εσωτερικών και ελέγχεται από τα Διοικητικά Δικαστήρια μέσω προσφυγής βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Αντίθετα, στο πλαίσιο της διαδικασίας Habeas Corpus, η αρμοδιότητα του Ανωτάτου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της διάρκειας της κράτησης και όχι της αρχικής απόφασης επιβολής της.

Ως προς την επίκληση του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Ανώτατο έκρινε ότι η διάρκεια της κράτησης ήταν εύλογη, αναλογική και συμβατή με τις απαιτήσεις της νομολογίας, αφού οι αρχές εξακολουθούσαν να επιδιώκουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιστροφής με τη δέουσα επιμέλεια.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση και επιδίκασε έξοδα ύψους 2.700 ευρώ υπέρ της Δημοκρατίας και σε βάρος του εφεσείοντα.

Διαβάστε επίσης: Λευκωσία: Διέρρευσε γυμνό βίντεο αντίζηλης της – Είχαν σχέση με τον ίδιο άντρα