Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα κατά της ποινής φυλάκισης τεσσάρων ετών που επιβλήθηκε σε 24χρονο, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για την υποβοήθηση παράνομης εισόδου υπηκόων τρίτης χώρας και τη συνδρομή σε απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν στη Δημοκρατία, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου Λάρνακας.
Η έφεση αφορούσε αποκλειστικά την ποινή για την πρώτη κατηγορία, με τον Γενικό Εισαγγελέα να υποστηρίζει ότι η τετραετής φυλάκιση ήταν έκδηλα ανεπαρκής, δεδομένου ότι ο νόμος προβλέπει μέγιστη ποινή φυλάκισης 15 ετών. Για τη δεύτερη κατηγορία δεν είχε επιβληθεί ξεχωριστή ποινή, καθώς τα πραγματικά περιστατικά της καλύπτονταν από την πρώτη.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του δικαστηρίου, ο καταδικασθείς είχε αναλάβει να πλοηγήσει μικρό σκάφος από την Ταρτούς της Συρίας προς την Κύπρο, μεταφέροντας συνολικά 19 άτομα, μεταξύ των οποίων τέσσερα ανήλικα παιδιά. Το σκάφος, το οποίο είχε δυνατότητα μεταφοράς έως πέντε ατόμων, ήταν υπερφορτωμένο, δεν διέθετε σωστικά μέσα και είχε υποστεί μετατροπές ώστε να μπορεί να μεταφέρει περισσότερους επιβάτες, γεγονός που αύξανε σημαντικά τον κίνδυνο εισροής υδάτων και πρόκλησης δυστυχήματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι ο 24χρονος είχε συμφωνήσει να λάβει αμοιβή ύψους 2.000 δολαρίων για την πλοήγηση του σκάφους.
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε επισημάνει τη σοβαρότητα των συγκεκριμένων αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία. Παράλληλα, κατά την επιμέτρηση της ποινής συνεκτίμησε ως επιβαρυντικά στοιχεία τον μεγάλο αριθμό επιβαινόντων, την επικινδυνότητα του ταξιδιού, το γεγονός ότι οι μεταφερόμενοι ήταν παράνομοι μετανάστες χωρίς συγγενική σχέση με τον κατηγορούμενο, καθώς και το οικονομικό όφελος που επιδίωκε.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις αξιολογήθηκαν η ηλικία του καταδικασθέντος, το λευκό ποινικό του μητρώο, οι δύσκολες προσωπικές του συνθήκες και το γεγονός ότι δεν ήταν ο οργανωτής του ταξιδιού, αλλά είχε περιορισμένο ρόλο στην εκτέλεσή του.
Το Ανώτατο υπενθύμισε ότι ο ρόλος του Εφετείου δεν είναι να επανακαθορίζει πρωτογενώς την ποινή, αλλά να εξετάζει κατά πόσο αυτή είναι έκδηλα ανεπαρκής ή υπερβολική ή αν έχει εμφιλοχωρήσει σφάλμα αρχής. Κρίνοντας ότι το Κακουργιοδικείο στάθμισε ορθά όλους τους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες, κατέληξε πως η ποινή των τεσσάρων ετών αντανακλά τόσο τη σοβαρότητα των αδικημάτων όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του καταδικασθέντος.
Ως εκ τούτου, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα και επικύρωσε την πρωτόδικη ποινή φυλάκισης των τεσσάρων ετών.
Διαβάστε επίσης: Οργή με βίντεο στην Κύπρο: Βάζουν ΑΜΕΑ να επιδείξει τα γεννητικά του όργανα




