Μερικώς επιτυχής ήταν η έφεση του πρώην Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού κατά πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε το αίτημά του για παράταση της προθεσμίας προσβολής των εκκλησιαστικών αποφάσεων που τον κήρυξαν έκπτωτο από το αξίωμά του, με το Ανώτατο να του δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος σε σχέση με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όχι όμως και για την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου.

Στην απόφαση που εξέδωσε σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο, εξέτασε το αίτημα του Τυχικού για επέκταση της προθεσμίας καταχώρισης αίτησης για άδεια έκδοσης προνομιακών ενταλμάτων αναφορικά με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερομηνίας 22 Μαΐου 2025, με την οποία κηρύχθηκε έκπτωτος και την απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ημερομηνίας 17 Οκτωβρίου 2025, με την οποία επικυρώθηκε η έκπτωσή του.

Σε σχέση με την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το Ανώτατο έκρινε ότι, παρότι ο Τυχικός είχε γνώση της απόφασης από την ημέρα έκδοσής της, δεν είχε εξασφαλίσει αντίγραφό της εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 45 ημερών, παρά τα σχετικά αιτήματά του.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «η μη εξασφάλιση αντιγράφου της απόφασης εντός της προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα από μέρους του Εφεσείοντα, συνιστούσε περίσταση που τον παρεμπόδισε στο να αποταθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο προς διεκδίκηση θεραπείας».

Το Δικαστήριο διαφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι ο Τυχικός παρέμεινε αδικαιολόγητα αδρανής, σημειώνοντας ότι δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός πως το αντίγραφο της απόφασης τού παραδόθηκε μόλις στις 8 Ιανουαρίου 2026, δηλαδή μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας.

Παράλληλα, έκρινε ότι «η μη άμεση ανταπόκριση της αρμόδιας αρχής στη χορήγηση στον Εφεσείοντα του αντιγράφου της απόφασης, παρά την υποβολή από τον ίδιο σχετικού αιτήματος, αναμφίβολα έχει τη δική της σημασία όσον αφορά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας».

Αντίθετα, σε ό,τι αφορά την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου της 22ας Μαΐου 2025, το Ανώτατο έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την παράταση του χρόνου.

Σύμφωνα με την απόφαση, ο Τυχικός είχε πλήρη γνώση της έκπτωσής του από την ημέρα λήψης της απόφασης και η επιλογή του να αναμένει την έκβαση της προσφυγής του ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν συνιστούσε επαρκή δικαιολογία για την παρέλευση της προθεσμίας.

Το Ανώτατο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι η επίκληση της ανάγκης εξάντλησης των εκκλησιαστικών ενδίκων μέσων «δεν αποτελεί βάσιμη δικαιολογία, ειδικότερα εφόσον η προθεσμία για την καταχώριση αίτησης για άδεια έτρεχε και εξαντλείτο».

Τονίζοντας τη σημασία των χρονικών ορίων στις διαδικασίες αυτές, το Δικαστήριο σημείωσε ότι «η τήρηση των προθεσμιών δεν είναι θέμα τύπου αλλά ουσίας» και ότι η αναζήτηση προνομιακής θεραπείας «επιβάλλεται να λαμβάνει χώρα το συντομότερο δυνατό».

Ως εκ τούτου, το Ανώτατο απέρριψε την έφεση σε σχέση με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, ενώ την έκανε δεκτή σε σχέση με την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε μόνο ως προς το δεύτερο σκέλος της υπόθεσης, με το Δικαστήριο να παραχωρεί στον Τυχικό προθεσμία δέκα ημερών από σήμερα για να καταχωρίσει αίτηση για εξασφάλιση άδειας προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari αναφορικά με την απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2025 του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Πηγή: ΚΥΠΕ