Το τελευταίο διάστημα επανέρχεται όλο και συχνότερα στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα της παραπληροφόρησης, της δημόσιας στοχοποίησης και των ορίων της ψηφιακής επιρροής. Η πρόσφατη παρέμβαση του Κώστα Κλεάνθους για το θέμα συνέβαλε στο να αναδειχθεί εκ νέου ένας προβληματισμός που απασχολεί πλέον ολόκληρη την Ευρώπη. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες ενημερώνονται, διαμορφώνουν άποψη και συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο.

Για χώρες όπως η Κύπρος, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Σε μια μικρή κοινωνία, όπου η πληροφορία διαχέεται ταχύτατα και η φήμη, η αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη αποτελούν σημαντικό κοινωνικό κεφάλαιο, η παραπληροφόρηση μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλο αντίκτυπο. Και παρότι η δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα περιστατικά ή πρόσωπα, η ουσία βρίσκεται αλλού: στο κατά πόσο οι σύγχρονες δημοκρατίες μπορούν να προστατεύσουν τον δημόσιο διάλογο από την παραπλάνηση χωρίς να περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης.

Δεν είναι τυχαίο ότι ολόκληρη η Ευρώπη αναζητά πλέον τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου. Το Digital Services Act (DSA), οι παρεμβάσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας για τους influencers και η συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν έναν κοινό παρονομαστή: όσο μεγαλύτερη είναι η επιρροή, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η ευθύνη.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς ολοένα και περισσότεροι πολίτες, ιδιαίτερα νεότερων ηλικιών, ενημερώνονται από τα κοινωνικά δίκτυα. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, προσωπικότητες των social media λειτουργούν πλέον ως βασικές πηγές πολιτικής ενημέρωσης και κοινωνικού σχολιασμού. Όταν η διάκριση ανάμεσα στην τεκμηριωμένη δημοσιογραφία, το προσωπικό σχόλιο και την οργανωμένη παραπληροφόρηση γίνεται όλο και πιο δύσκολη, δημιουργείται ένα περιβάλλον όπου οι ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί μπορούν εύκολα να αποκτήσουν το κύρος της αλήθειας.

Σε αυτή τη συζήτηση δεν μπορούν να απουσιάζουν ούτε τα ΜΜΕ. Η λογοδοσία δεν αφορά μόνο τις πλατφόρμες και τους δημιουργούς περιεχομένου. Αφορά και όσους αναπαράγουν πληροφορίες χωρίς την απαραίτητη διασταύρωση και τεκμηρίωση. Γιατί όταν ένας ισχυρισμός μεταφέρεται από τα κοινωνικά δίκτυα στη δημόσια σφαίρα χωρίς τον αναγκαίο έλεγχο, αποκτά αυτομάτως μεγαλύτερη εμβέλεια και συχνά μεγαλύτερη αξιοπιστία.

Η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης δεν αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης. Αποτελεί προϋπόθεση για την ουσιαστική άσκησή της. Η ελευθερία του λόγου και η λογοδοσία δεν είναι αντικρουόμενες έννοιες. Οι δημοκρατίες προστατεύουν το δικαίωμα στην έκφραση, αλλά ταυτόχρονα προστατεύουν και τους πολίτες από τη συκοφαντία, τη χειραγώγηση και τη στοχοποίηση.

Ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη της εποχής μας είναι να αντιμετωπίσουμε με θάρρος ένα φαινόμενο που όλοι βλέπουν αλλά λίγοι συζητούν ανοιχτά. Διότι η παραπληροφόρηση δεν είναι ένα ακόμη θέμα επικαιρότητας. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, εμπιστοσύνης και κοινωνικής συνοχής.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ποιος έχει τον πιο δυνατό λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα ή ποια άποψη κυριαρχεί για λίγες ώρες στον δημόσιο διάλογο. Είναι αν θα επιτρέψουμε σε ισχυρισμούς χωρίς αποδείξεις, σε συγκεκαλυμμένες επιρροές και σε οργανωμένες εκστρατείες παραπλάνησης να αποκτούν το κύρος της αλήθειας.

Γιατί όταν τα γεγονότα χάνουν την αξία τους, δεν πλήττεται μόνο η ενημέρωση. Πλήττεται η ίδια η ικανότητα μιας δημοκρατικής κοινωνίας να λαμβάνει αποφάσεις βασισμένες στην πραγματικότητα.