Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus που υπέβαλε Ιρανός υπήκοος, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από τον Σεπτέμβριο του 2025, κρίνοντας ότι η συνέχιση της κράτησής του παραμένει νόμιμη και εύλογη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.
Σύμφωνα με την απόφαση, ο αιτητής αφίχθηκε στην Κύπρο το 2000 και κατά τη διάρκεια της πολυετούς παραμονής του υπέβαλε σειρά αιτήσεων για άδεια παραμονής και απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας, οι οποίες είτε απορρίφθηκαν είτε δεν κατέστη δυνατό να εγκριθούν. Στο ιστορικό της υπόθεσης καταγράφονται επίσης καταδίκες για ποινικά αδικήματα, γεγονός που οδήγησε τις μεταναστευτικές αρχές να τον χαρακτηρίσουν ως απαγορευμένο μετανάστη και να εκδώσουν κατά καιρούς διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του.
Ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση απέδωσε το Δικαστήριο στο ποινικό και μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή, το οποίο εκτείνεται σε διάστημα πέραν των δύο δεκαετιών. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ήδη από το 2011 οι αρμόδιες αρχές τον είχαν κηρύξει ανεπιθύμητο μετανάστη, επικαλούμενες τη σοβαρότητα ποινικών αδικημάτων για τα οποία είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης. Σε μεταγενέστερη αλληλογραφία του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, επισημαινόταν ότι ο αλλοδαπός αποτελούσε κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, με ειδική αναφορά σε καταδίκη του για το αδίκημα της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης.
Το ιστορικό του περιλαμβάνει επίσης συλλήψεις και καταδίκες για άλλες παραβάσεις. Το 2014 συνελήφθη για τροχαία αδικήματα, ενώ κατά καιρούς βρέθηκε αντιμέτωπος με εντάλματα φυλάκισης που εκδόθηκαν λόγω ανείσπρακτων δικαστικών προστίμων. Μάλιστα, τον Αύγουστο του 2025 συνελήφθη εκ νέου εξαιτίας εκκρεμών ενταλμάτων προστίμου και μεταφέρθηκε ως κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές.
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι καταδίκες αυτές αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα στις επανειλημμένες απορρίψεις αιτημάτων του για άδεια παραμονής και εργασίας, καθώς και στις αποφάσεις των μεταναστευτικών αρχών να τον χαρακτηρίσουν απαγορευμένο μετανάστη. Παράλληλα, λήφθηκαν υπόψη κατά την εξέταση των αιτήσεών του για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, με τις αρμόδιες αρχές να καταλήγουν ότι δεν είχε αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας πως πληρούσε το κριτήριο του "καλού χαρακτήρα" που απαιτεί η νομοθεσία.
Στην απόφαση υπογραμμίζεται ακόμη ότι το ποινικό μητρώο του αιτητή, σε συνδυασμό με την πολυετή παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία μετά την απόρριψη διαφόρων αιτήσεών του, συνέθεσαν ένα δυσμενές ιστορικό το οποίο επηρέασε καθοριστικά τη στάση των αρμόδιων αρχών ως προς τη δυνατότητα παραχώρησης οποιουδήποτε καθεστώτος παραμονής ή πολιτογράφησης.
Η τελευταία κράτηση του αιτητή ξεκίνησε στις 4 Σεπτεμβρίου 2025, όταν εκδόθηκαν νέα διατάγματα κράτησης και απέλασης λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της προθεσμίας αναχώρησής του. Κατά των συγκεκριμένων διαταγμάτων προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο τον Δεκέμβριο του 2025 απέρριψε την προσφυγή του. Ακολούθως καταχώρισε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί.
Καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της υπόθεσης υπήρξε το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο του 2026 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Ως αποτέλεσμα, το διάταγμα απέλασης ανεστάλη, το αρχικό διάταγμα κράτησης ακυρώθηκε και εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση ασύλου, η υπόθεση διέπεται πλέον από το νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τους αιτητές διεθνούς προστασίας και όχι από τις διατάξεις του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου.
Στην απόφασή της, η Δικαστής Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου υπενθυμίζει ότι το ένταλμα Habeas Corpus αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό προστασίας της προσωπικής ελευθερίας και μπορεί να εκδοθεί μόνο όταν αποδεικνύεται ότι η κράτηση είναι παράνομη ή αδικαιολόγητη. Ωστόσο, διευκρινίζει ότι στην παρούσα περίπτωση το αντικείμενο του ελέγχου δεν ήταν η αρχική νομιμότητα του διατάγματος κράτησης, αλλά αποκλειστικά η διάρκεια της κράτησης και κατά πόσον αυτή υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο που απαιτείται για την επίτευξη του σκοπού της απομάκρυνσης του αλλοδαπού από τη χώρα.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απέλαση του αιτητή δεν κατέστη εφικτή λόγω της εκκρεμούς αίτησης ασύλου, ενώ παράλληλα σημείωσε ότι πριν από την υποβολή της ο ίδιος δεν συνεργαζόταν με τις αρμόδιες αρχές ως προς τον επαναπατρισμό του. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, οι αρχές προχωρούσαν σε ενέργειες για την εξασφάλιση ταξιδιωτικών εγγράφων μέσω της πρεσβείας του Ιράν και εξέταζαν το ενδεχόμενο απέλασής του με συνοδεία, καθώς ο ίδιος δεν συναινούσε στην επιστροφή του.
Παράλληλα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι ο σκοπός της απέλασης δεν έχει εγκαταλειφθεί, αλλά απλώς έχει ανασταλεί μέχρι να ολοκληρωθεί η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας. Μάλιστα, επισημαίνεται ότι λόγω της κράτησης του αιτητή ζητήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες η επίσπευση της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος ασύλου.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει δεν καταδεικνύει εγκατάλειψη του σκοπού της απομάκρυνσης ούτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους των αρχών. Αντίθετα, έκρινε ότι η διάρκεια της κράτησης παραμένει εύλογη, δεδομένου ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας βρίσκεται ακόμη υπό εξέταση και οι αρμόδιες αρχές συνεχίζουν να ενεργούν προς την κατεύθυνση της απομάκρυνσης του αιτητή εφόσον αυτό καταστεί νομικά εφικτό. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η κράτηση εξακολουθεί να είναι νόμιμη και απέρριψε την αίτηση για άμεση απελευθέρωσή του.
Διαβάστε επίσης: Πότε είναι υποχρεωτική η μετακίνηση οχημάτων μετά από τροχαίο- Εξώδικο €3,000




