Για εγκατάλειψη της ορεινής Λεμεσού από το κράτος και για προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης της επένδυσης στην Τρόζενα έκανε λόγο ο κοινοτάρχης Άρσους Γιαννάκης Γιανάκη, μιλώντας στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο».

Όπως ανέφερε, η πρόσφατη δημοσιογραφική διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Άρσος είχε στόχο να σταλεί μήνυμα προς το κράτος ότι η ύπαιθρος και ιδιαίτερα τα κρασοχώρια της ορεινής Λεμεσού έχουν εγκαταλειφθεί διαχρονικά.

Στη διάσκεψη συμμετείχαν ο πρόεδρος του συμπλέγματος κοινοτήτων, επτά κοινοτάρχες των κρασοχωριών, εκπρόσωπος της Ένωσης Κοινοτήτων, ο περιβαλλοντολόγος Κώστας Αλασταύρου, κοινοτικοί σύμβουλοι, αλλά και κάτοικοι που είχαν περιουσίες στην Τρόζενα ή εργάζονταν στην περιοχή.

Ο κ. Γιανάκη ανέφερε ότι σκοπός της πρωτοβουλίας ήταν να ευαισθητοποιηθούν οι κρατικές υπηρεσίες ώστε να αντιμετωπίσουν διαφορετικά τα χωριά της περιοχής, τα οποία – όπως είπε – πλήττονται έντονα από την αστυφιλία.

«Το Άρσος, που κάποτε είχε 1.200 κατοίκους, σήμερα αριθμεί περίπου 120. Είναι χωριά με ημερομηνία λήξης αν δεν αλλάξει κάτι», σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι κάτοικοι προσπαθούν «με χίλιες δυσκολίες» να επαναφέρουν ζωή και ανάπτυξη στην περιοχή.

Αναφερόμενος στην επένδυση στην Τρόζενα, υποστήριξε ότι η τοπική κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για την εθνικότητα οποιουδήποτε επενδυτή, αλλά για το κατά πόσο μια ανάπτυξη μπορεί να δώσει οικονομική ώθηση και ζωή στην περιοχή.

Την ίδια ώρα, κατηγόρησε όσους – όπως είπε – άνοιξαν δημόσια το θέμα, δίνοντας αφορμή για εκμετάλλευση από την Τουρκία και τον τουρκοκυπριακό Τύπο.

«Γράφτηκε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επέτρεψε σε ξένους να καταπατήσουν γη Τουρκοκυπρίων, ενώ η Τρόζενα ήταν αμιγώς ελληνοκυπριακό χωριό. Δεν υπήρξε ούτε μία τουρκοκυπριακή οικογένεια εκεί, σε αντίθεση με τη γειτονική Γεροβάσα», ανέφερε.

Παράλληλα, έκανε λόγο για ανακρίβειες και υπερβολές που διακινήθηκαν δημόσια, όπως ισχυρισμοί περί δημιουργίας «στρατηγικής βάσης», σημειώνοντας ότι τέτοιες αναφορές αξιοποιήθηκαν πολιτικά.

Ο κοινοτάρχης Άρσους εξέφρασε επίσης παράπονα για τον χειρισμό της υπόθεσης από κρατικές υπηρεσίες, λέγοντας ότι το Τμήμα Περιβάλλοντος απέστειλε ερωτηματολόγιο προς τον επενδυτή μόλις πριν από δύο εβδομάδες, παρότι – όπως υποστήριξε – τα σχετικά ζητήματα ήταν γνωστά από το 2023.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο επενδυτής έχει ήδη αναθέσει σε ειδικό περιβαλλοντολόγο την προετοιμασία απαντήσεων και την προσαρμογή του έργου στις απαιτήσεις της νομοθεσίας.

Ο κ. Γιανάκη εξέφρασε τέλος τη λύπη του για τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν γύρω από την επένδυση, σημειώνοντας ότι αρκετοί ιδιοκτήτες αναγκάστηκαν να πωλήσουν τις περιουσίες τους εξαιτίας της έλλειψης βασικών υποδομών, όπως ηλεκτρισμός και νερό.