Στο συμπέρασμα ότι η συνολική σύγκριση στρατιωτικών δυνατοτήτων παραμένει σαφώς ευνοϊκή για την τουρκική πλευρά, ιδιαίτερα στους τομείς του ανθρώπινου δυναμικού, της αεροναυτικής ισχύος και της επιχειρησιακής υποστήριξης, καταλήγει η έκθεση του Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών (ΚΚΣΜ) με θέμα «Οι στρατιωτικές δυνάμεις στην Κύπρο 2026».
Η ανάλυση του ΚΚΣΜ καταδεικνύει ότι «οι τουρκικές κατοχικές δυνάμεις διατηρούν σημαντική υπεροχή σε ανθρώπινο δυναμικό, δύναμη πυρός, αεροναυτικές δυνατότητες και επιχειρησιακή υποστήριξη, που σε συνδυασμό με την αναβάθμιση των στρατιωτικών υποδομών στα κατεχόμενα ενισχύουν περαιτέρω τη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία της τουρκικής παρουσίας στο νησί».
Σύμφωνα με την έκθεση, για κάθε ένα Εθνοφρουρό αναλογούν περίπου 3,6 Τούρκοι στρατιώτες, ενώ σε επίπεδο συνολικού στρατιωτικού ανθρώπινου δυναμικού, η αναλογία διαμορφώνεται περίπου στο 1,08:1 υπέρ της τουρκικής πλευράς. Η αριθμητική αναλογία στα άρματα μάχης διαμορφώνεται περίπου στο 2,1:1 υπέρ των τουρκικών κατοχικών δυνάμεων.
Επιπλέον, το ΚΚΣΜ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αμυντική στρατηγική της Κυπριακής Δημοκρατίας απαιτεί σταδιακή προσαρμογή σε περισσότερο ευέλικτο και τεχνολογικά προσανατολισμένο μοντέλο άμυνας, προσαρμοσμένο στις σύγχρονες μορφές πολέμου και στις ιδιαίτερες επιχειρησιακές συνθήκες της Κύπρου.
«Η ταχεία εξέλιξη των μη επανδρωμένων συστημάτων, του ηλεκτρονικού πολέμου, των νέων τεχνολογιών μάχης και πληροφοριακών δυνατοτήτων μεταβάλλει σημαντικά τη φύση της στρατιωτικής ισχύος και επηρεάζει άμεσα τις επιχειρησιακές ισορροπίες στην περιοχή», υπογραμμίζει.
Ωστόσο, αναφέρει ότι οι διαθέσιμοι πόροι για εξοπλισμούς (Αμυντική Θωράκιση) εξακολουθούν να υπολείπονται των διακηρυγμένων στόχων και τονίζει πως «παρά την αξιοποίηση ευρωπαϊκών μηχανισμών όπως το SAFE, η επίτευξη δαπανών ύψους 2% του ΑΕΠ αποκλειστικά για εξοπλισμούς δεν φαίνεται ρεαλιστικά επιτεύξιμη υπό τα παρόντα δημοσιονομικά δεδομένα και γεωπολιτικά δεδομένα».
Σύμφωνα με το ΚΚΣΜ, η Ελλάδα λειτουργεί ως κρίσιμος πολιτικός και δυνητικός στρατιωτικός πολλαπλασιαστής αποτροπής, αλλά όχι ως υποκατάστατο της ανάγκης για αξιόπιστη εθνική αμυντική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Επίσης, αναφέρει ότι η διεθνής πραγματικότητα και οι υφιστάμενοι συσχετισμοί ισχύος επιβάλλουν στην Κυπριακή Δημοκρατία τη συνέχιση των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού ως τη μακροπρόθεσμα σταθερότερη επιλογή ασφάλειας και σταθερότητας. Σημειώνει, ωστόσο, ότι «ενόσω το πρόβλημα παραμένει άλυτο και η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολουθεί να βρίσκεται υπό στρατιωτική απειλή, η ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας παραμένει βασική στρατηγική προτεραιότητα».
Ειδικότερα, στην έκθεση του το ΚΚΣΜ αναφέρει ότι «ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι κατοχικές δυνάμεις δεν λειτουργούν απομονωμένα στο νησί αλλά ως προέκταση του ευρύτερου στρατιωτικού και διοικητικού συστήματος της Τουρκίας».
Με βάση διεθνείς στρατιωτικές προσεγγίσεις και θεωρίες περί «tooth-to-tail ratio», σύμφωνα με το ΚΚΣΜ, το υποστηρικτικό δυναμικό που βρίσκεται εκτός Κύπρου και δύναται να στηρίξει τις κατοχικές δυνάμεις εκτιμάται μεταξύ 80.000 και 102.000 προσωπικού.
Σημειώνει ότι η εκτίμηση αυτή δεν αφορά άμεσα μάχιμο προσωπικό αλλά το ευρύτερο διοικητικό, τεχνικό, βιομηχανικό και λογιστικό σύστημα υποστήριξης που συνδέεται με το κυπριακό θέατρο επιχειρήσεων.
Αντίθετα, όπως αναφέρει το ΚΚΣΜ, η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει περιορισμένο στρατηγικό βάθος και σαφώς μικρότερες δυνατότητες μακροχρόνιας υποστήριξης επιχειρήσεων, γεγονός που επηρεάζει καθοριστικά τη συνολική αποτρεπτική εξίσωση.
«Η Ελλάδα αποτελεί τον σημαντικότερο εξωτερικό στρατηγικό παράγοντα για την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας», αναφέρει προσθέτοντας, ωστόσο, ότι η ΕΛΔΥΚ προσδίδει θεσμική, ιστορική και πολιτικο-στρατηγική διάσταση στην ελληνο-κυπριακή αμυντική σχέση, «αλλά από μόνη της δεν μεταβάλλει αποφασιστικά τον συσχετισμό ισχύος στο νησί».
«Ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ασφάλειας θα ήταν πιο αξιόπιστο και αποτελεσματικό και ο αμυντικός προγραμματισμός καλύτερα σχεδιασμένος εάν ο ρόλος της ελληνικής πλευράς γινόταν σαφέστερα προσδιορισμένος», υπογραμμίζει.
Αναφέρει ότι η Τουρκία έχει προχωρήσει σε αναβάθμιση στρατιωτικών υποδομών στα κατεχόμενα και προσθέτει ότι η αεροπορική βάση στο Λευκόνοικο υπηρετεί ως κέντρο επιχειρήσεων μη επανδρωμένων αεροχημάτων Bayraktar, συμπεριλαμβανομένων των Akinci, με δυνατότητα επιχειρησιακής κάλυψης μεγάλου μέρους της Ανατολικής Μεσογείου.
Προωθήθηκαν επίσης, όπως σημειώνει, έργα ανάπτυξης ναυτικών και συναφών υποδομών στο Μπογάζι και στην περιοχή του Αποστόλου Ανδρέα, ενισχύοντας τις δυνατότητες ελέγχου και επιτήρησης της Ανατολικής Μεσογείου στο πλαίσιο της στρατηγικής της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Αναφέρει επίσης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επιχειρεί να ενισχύσει σταδιακά την αποτρεπτική της ικανότητα μέσω διεθνών συνεργασιών και νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων, στα οποία περιλαμβάνονται η απόκτηση συστημάτων BARAK MX, αντιαρματικών συστημάτων Akeron MP και Spike LR2, UAV, anti-drone δυνατοτήτων και μέσων ηλεκτρονικού πολέμου.
Ωστόσο, προσθέτει ότι η αντικατάσταση του ρωσικής προέλευσης οπλισμού της Εθνικής Φρουράς με δυτικά συστήματα παραμένει σύνθετο και ιδιαίτερα δαπανηρό εγχείρημα, το οποίο δυσχεραίνει το μακροπρόθεσμο αμυντικό προγραμματισμό.
Πηγή: ΚΥΠΕ




