Το Εφετείο σχεδόν 20 χρόνια μετά απέρριψε στο σύνολό της έφεση που καταχώρισαν οδηγός αυτοκινήτου και ασφαλιστική εταιρεία σε σχέση με τροχαίο δυστύχημα που σημειώθηκε στη Λεμεσό το 2007, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία κρίθηκε ότι η οδηγός έφερε το 75% της ευθύνης για τη σύγκρουση με μοτοσικλέτα και ο μοτοσικλετιστής το υπόλοιπο 25% λόγω συντρέχουσας αμέλειας.
Η υπόθεση αφορούσε δυστύχημα που συνέβη στις 19 Νοεμβρίου 2007 στην οδό Μίλτωνος στη Λεμεσό, όταν μοτοσικλέτα συγκρούστηκε με αυτοκίνητο. Ο μοτοσικλετιστής, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά κυρίως στον δεξί αγκώνα, καταχώρισε αγωγή εναντίον τόσο της οδηγού όσο και της ασφαλιστικής εταιρείας που την κάλυπτε, διεκδικώντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.
Σύμφωνα με την εκδοχή που προέβαλε ο ενάγων και τελικά αποδέχθηκε το Δικαστήριο, ο ίδιος οδηγούσε κανονικά κατά μήκος της οδού Μίλτωνος, προσπερνώντας σταθμευμένα οχήματα, όταν η οδηγός του αυτοκινήτου, που βρισκόταν σταθμευμένη στην αριστερή πλευρά του δρόμου, προέβη αιφνίδια σε ελιγμό προς τα δεξιά και ουσιαστικά αποκόπτοντας την πορεία του. Η σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του.
Αντίθετα, η πλευρά της οδηγού υποστήριξε ότι εκείνη οδηγούσε κανονικά, είχε ενεργοποιήσει τον δεξιό σηματοδότη και επιχείρησε να σταθμεύσει δεξιά, όταν ο μοτοσικλετιστής προσπάθησε να την προσπεράσει από τη δεξιά πλευρά, προκαλώντας τη σύγκρουση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού άκουσε συνολικά εννέα μάρτυρες, μεταξύ των οποίων αστυνομικό εξεταστή, τον ίδιο τον μοτοσικλετιστή, αυτόπτη μάρτυρα, την οδηγό, γιατρούς και άλλους μάρτυρες σχετικά με τις ζημιές και τις επαγγελματικές συνέπειες του τραυματισμού, κατέληξε σε συγκεκριμένα ευρήματα.
Όπως διαπιστώθηκε, ο μοτοσικλετιστής εισήλθε στην οδό Μίλτωνος από πάροδο περίπου 100 μέτρα πριν το σημείο του δυστυχήματος και κινείτο νότια με ταχύτητα περίπου 50 χιλιομέτρων την ώρα. Ενώ προσπερνούσε σταθμευμένα αυτοκίνητα, αντιλήφθηκε σε απόσταση περίπου 20 μέτρων το όχημα της οδηγού να βρίσκεται λοξά στον δρόμο. Επιχείρησε να κινηθεί δεξιότερα για να το αποφύγει, όμως το αυτοκίνητο κινήθηκε και του απέκοψε την πορεία. Παρά το φρενάρισμα, η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε.
Καθοριστικής σημασίας ήταν τα αντικειμενικά ευρήματα της σκηνής. Το σημείο σύγκρουσης βρέθηκε 0,75 μέτρα εντός της δεξιάς λωρίδας, ενώ το αυτοκίνητο είχε καταλήξει 1,45 μέτρα μέσα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Η ορατότητα στο σημείο εκτεινόταν περίπου στα 200 μέτρα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν ο απότομος ελιγμός της οδηγού προς τα δεξιά και η είσοδος του οχήματός της σχεδόν κάθετα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να εκτελέσει τον ελιγμό με ασφάλεια. Παράλληλα, όμως, απέδωσε και συντρέχουσα αμέλεια στον μοτοσικλετιστή, κρίνοντας ότι θα μπορούσε να προβλέψει πιθανή δεξιά στροφή του οχήματος, λόγω της χαμηλής ταχύτητας και της λειτουργίας του δεξιού σηματοδότη.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η ευθύνη κατανεμήθηκε κατά 75% στην οδηγό και κατά 25% στον μοτοσικλετιστή.
Το Δικαστήριο προχώρησε ακολούθως στην εξέταση των τραυματισμών και των αποζημιώσεων. Από τη μαρτυρία του θεράποντος χειρουργού – τραυματιολόγου προέκυψε ότι ο ενάγων υπέστη σοβαρή βλάβη στον δεξιό αγκώνα, με καταστροφή αρθρικού χόνδρου, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας. Ο γιατρός εξήγησε ότι η κατάσταση αυτή πιθανόν να απαιτήσει στο μέλλον χειρουργικές επεμβάσεις, αρχικά αρθροσκόπηση και ενδεχομένως αργότερα αρθροπλαστική.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία αυτή ως αξιόπιστη και ουσιαστικά αναντίλεκτη, καθώς δεν προσκομίστηκε αντίθετη ιατρική μαρτυρία από την πλευρά της υπεράσπισης.
Σε σχέση με τις αποζημιώσεις, το Δικαστήριο επιδίκασε:
€33.750 ως γενικές αποζημιώσεις,
€16.914 ως ειδικές αποζημιώσεις,
€22.500 για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων και
€10.500 για μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις,
πλέον τόκους και έξοδα.
Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν τόσο την απόδοση ευθύνης όσο και το ύψος των αποζημιώσεων, ενώ έβαλαν στο στόχαστρο και προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση με την οποία είχε επιτραπεί τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντος.
Το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης.
Σε ό,τι αφορά την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε ριζική μεταβολή της φύσης της αγωγής ούτε εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, αλλά συμπλήρωση και εξειδίκευση των ήδη υφιστάμενων ισχυρισμών. Υπέδειξε μάλιστα ότι η νομολογία ευνοεί την τροποποίηση δικογράφων, ακόμη και όταν υπάρχει καθυστέρηση ή αμέλεια, εφόσον δεν προκαλείται αδικία που δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα.
Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Εφετείο επανέλαβε τις πάγιες αρχές ότι δεν παρεμβαίνει εύκολα σε ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου δικαστή, εκτός αν αυτά είναι καταφανώς εσφαλμένα ή αντίθετα με τη λογική και τη μαρτυρία.
Οι ισχυρισμοί ότι η μαρτυρία του μοτοσικλετιστή και της αυτόπτου μάρτυρος ήταν αναξιόπιστες ή κατασκευασμένες απορρίφθηκαν. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιμέρους αδυναμίες στη μαρτυρία του ενάγοντος, όπως η αδυναμία του αρχικά να θυμηθεί από ποια πάροδο εισήλθε στον δρόμο, δεν ήταν ικανές να πλήξουν συνολικά την αξιοπιστία του.
Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι ο μοτοσικλετιστής κινούνταν με «ιλιγγιώδη ταχύτητα». Το Εφετείο σημείωσε ότι δεν υπήρχε αντικειμενική μαρτυρία που να στηρίζει κάτι τέτοιο και ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί παρέμειναν στο επίπεδο απλής εικασίας.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι κάθε οδηγός έχει υποχρέωση επιμέλειας και παρατηρητικότητας, ιδιαίτερα όταν προβαίνει σε ελιγμούς, όπως αλλαγή λωρίδας, στροφή ή στάθμευση. Στην προκειμένη περίπτωση, η οδηγός δεν βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να εκτελέσει με ασφάλεια τον ελιγμό της, δημιουργώντας επικίνδυνη κατάσταση.
Παράλληλα, το Εφετείο έκρινε ορθό τον καταμερισμό ευθύνης 75%-25%, σημειώνοντας ότι τέτοια ζητήματα εμπίπτουν κατεξοχήν στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ότι δεν υπήρχε λόγος επέμβασης.
Αναφορικά με τις μελλοντικές επεμβάσεις, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρχε επαρκής και ιατρικά τεκμηριωμένη πιθανότητα να απαιτηθούν στο μέλλον χειρουργικές παρεμβάσεις, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι η ιατρική μαρτυρία ήταν αντιφατική ως προς το αν η οστεοαρθρίτιδα ήταν ήδη παρούσα ή θα εμφανιζόταν μελλοντικά.
Το Δικαστήριο τόνισε ότι η αναφορά σε μελλοντική επιδείνωση δεν συνιστά αντίφαση αλλά περιγραφή της φυσικής εξέλιξης της πάθησης.
Σε σχέση με τις απώλειες εισοδήματος, το Εφετείο διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία ότι ο ενάγων εργαζόταν σταθερά ως οικοδόμος με υψηλά εισοδήματα. Ωστόσο, θεώρησε ορθό ότι βασίστηκε στα στοιχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπου ο ίδιος δήλωνε εισόδημα ως αυτοεργοδοτούμενος διευθυντής καφενείου.
Παράλληλα, έγινε αποδεκτό ότι, έστω και χωρίς σταθερή επαγγελματική πορεία, ο τραυματισμένος είχε τη δυνατότητα να εργάζεται σε χειρωνακτικές εργασίες πριν το δυστύχημα, δυνατότητα που περιορίστηκε ουσιωδώς μετά τον τραυματισμό του. Η ιατρική μαρτυρία έδειξε ότι πλέον δεν μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα του οικοδόμου ούτε να σηκώνει βάρη άνω των 10 κιλών.
Το Εφετείο απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι η απαλλαγή του από τη στρατιωτική θητεία λόγω διαταραχής προσωπικότητας αποδείκνυε γενική ανικανότητα προς εργασία, υποδεικνύοντας ότι κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται αυτομάτως αδυναμία επαγγελματικής δραστηριότητας.
Τέλος, απορρίφθηκε και το παράπονο για τα δικαστικά έξοδα. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι ο ενάγων ενήργησε κακόπιστα και με ψευδείς ισχυρισμούς, αναγκάζοντάς τους να προσκομίσουν επιπλέον μαρτυρία από το Υπουργείο Άμυνας και το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το Εφετείο όμως έκρινε ότι η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας εντάσσεται στη συνήθη αποδεικτική διαδικασία και δεν στοιχειοθετεί καταχρηστική συμπεριφορά που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα περί εξόδων.
Καταληκτικά, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και το Εφετείο επιδίκασε υπέρ του μοτοσικλετιστή έξοδα ύψους €4.000 πλέον ΦΠΑ, εφόσον υπάρχει.
Διαβάστε επίσης: Συνελήφθη και 23χρονος για το τροχαίο με τον πεζό στον αυτοκινητόδρομο
*Φωτογραφία με AI




