Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση και επιβεβαίωσε ότι ήταν δικαιολογημένα τα εντάλματα σύλληψης και έρευνας που είχαν εκδοθεί εναντίον του Αζέρου, ο οποίος φέρεται να κατασκόπευε τις Βρετανικές Βάσεις και την αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου. Τα εντάλματα, ημερομηνίας 21 Ιουνίου 2025, είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο σοβαρής έρευνας που αφορούσε πιθανή συνωμοσία για κακούργημα, συμμετοχή σε εγκληματικές πράξεις, αδικήματα που σχετίζονταν με την τρομοκρατία και υπόνοιες κατασκοπείας.
Η Αστυνομία είχε λάβει, σύμφωνα με τον όρκο που συνόδευε την αρχική αίτηση, άκρως απόρρητη πληροφορία υψηλής αξιοπιστίας από ξένη συνεργαζόμενη υπηρεσία. Η πληροφορία έκανε λόγο για παρουσία του Εφεσείοντος στην Κύπρο από τον Απρίλιο του 2025, για ενέργειες συλλογής δεδομένων σχετικά με ξένη στρατιωτική παρουσία στο νησί, αλλά και για πιθανό σχεδιασμό άμεσης τρομοκρατικής επίθεσης. Κατά τον όρκο, ο Εφεσείων φερόταν να βρίσκεται σε επαφή με τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν (IRGC), ενώ η πληροφορία θεωρήθηκε ότι επιβεβαιωνόταν από φυσική παρακολούθηση που ακολούθησε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι το σύνολο του μαρτυρικού υλικού καθιστούσε απολύτως δικαιολογημένη την έκδοση των ενταλμάτων. Στηριζόμενο στη νομολογία και στη σχετική νομοθεσία, επεσήμανε ότι το στάδιο έκδοσης εντάλματος δεν απαιτεί αποδεικτική αξιολόγηση υψηλού επιπέδου αλλά την ύπαρξη εύλογης υποψίας, προϋπόθεση που είχε πληρωθεί. Η αρχή της αναλογικότητας και η ανάγκη παρέμβασης μέσω σύλληψης και έρευνας εξετάστηκαν υπό το φως της σοβαρότητας των υπό διερεύνηση αδικημάτων, των κινδύνων διαφυγής και της πιθανότητας παρεμπόδισης του ανακριτικού έργου.
Ο Αζέρος, ενώπιον του Ανωτάτου, υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εσφαλμένα βασιστεί σε ανεπιβεβαίωτη πληροφορία «από τρίτη χώρα» και ότι είχε προσδώσει υπέρμετρο βάρος σε μυστικές και ανώνυμες πληροφορίες χωρίς ανεξάρτητη επαλήθευση. Επικαλέστηκε μάλιστα ευρωπαϊκή νομολογία περί αυξημένου αποδεικτικού ελέγχου σε υποθέσεις όπου εμπλέκονται απόρρητες πηγές.
Το Ανώτατο απέρριψε τις εισηγήσεις αυτές ως αβάσιμες. Υπογράμμισε ότι η ευρωπαϊκή νομολογία στην οποία παρέπεμψε ο Εφεσείων δεν αφορούσε τη διαδικασία έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης ή έρευνας αλλά θέματα όπως τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, χρήση μυστικών πληροφοριών κατά το στάδιο της δίκης και ζητήματα παγίδευσης. Κατά συνέπεια, η επίκληση αυτών των αποφάσεων κρίθηκε άστοχη. Το Ανώτατο σημείωσε επίσης ότι στον όρκο δεν καταγράφεται πως η πληροφορία προήλθε από «τρίτη χώρα», αλλά από ξένη συνεργαζόμενη υπηρεσία, και ότι το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν η προέλευση καθαυτή, αλλά τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της πληροφορίας και το κατά πόσο μπορούσε να στοιχειοθετήσει εύλογη υπόνοια.
Το δικαστήριο τόνισε ότι η μαρτυρία δεν περιοριζόταν στις πληροφορίες αλλά ενισχυόταν από φυσική παρακολούθηση, κατά την οποία εντοπίστηκε συμπεριφορά και κινήσεις του Εφεσείοντος που συνέδεαν ευλόγως τη δράση του με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Από τα στοιχεία αυτά, η εύλογη υποψία για εμπλοκή του θεωρήθηκε επαρκώς τεκμηριωμένη.
Ως προς τα εντάλματα έρευνας, κρίθηκε ότι υπήρχε εύλογη βάση να θεωρηθεί πως αντικείμενα σχετιζόμενα με τα προς διερεύνηση αδικήματα θα μπορούσαν να βρίσκονται στην κατοικία ή στα υποστατικά όπου διέμενε ο Εφεσείων, καθώς και στο όχημα που χρησιμοποιούσε. Το Ανώτατο σημείωσε ότι ο ίδιος δεν αμφισβήτησε την πιθανή διασύνδεση των αντικειμένων αυτών με τους συγκεκριμένους χώρους.
Το Δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι η αναφορά στον όρο «IRGC» παραβίαζε το τεκμήριο αθωότητας ή τα δικαιώματα ιδιωτικής ζωής του Εφεσείοντος. Επισημάνθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε το υλικό μόνο για να διαπιστώσει την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας και δεν υιοθέτησε καμία ουσιαστική παραδοχή περί ενοχής.
Σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας, το Ανώτατο επαναβεβαίωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξετάσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την ανάγκη αποτροπής πιθανής συνέχισης ή διεύρυνσης της εγκληματικής δραστηριότητας, τον κίνδυνο διαφυγής και την πιθανότητα επέμβασης στο έργο της δικαιοσύνης μέσω καταστροφής τεκμηρίων. Η αναγκαιότητα των ενταλμάτων είχε τεκμηριωθεί πειστικά.
Υπό το φως όλων των παραπάνω, το Ανώτατο κατέληξε ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος παρέμβασης και επιβεβαίωσε πλήρως την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης. Η έφεση απορρίφθηκε, κλείνοντας τον δικαστικό κύκλο μιας υπόθεσης με έντονη αντιτρομοκρατική χροιά και με διακυβεύματα που το δικαστήριο χαρακτήρισε ιδιαιτέρως σοβαρά για τη δημόσια ασφάλεια.
Διαβάστε επίσης: Σύλληψη Αζέρου για τρομοκρατία: Αρνείται εμπλοκή - Δηλώνει τουρίστας (ΒΙΝΤΕΟ)





