Ποινή φυλάκισης χωρίς αναστολή επιβλήθηκε στον οδηγό που παρέσυρε και εγκατέλειψε 25χρονο ποδηλάτη στην περιοχή της Αγλαντζιάς στη Λευκωσία στις 03.09.2022.
Ο κατηγορούμενος, που είχε ήδη καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, είχε παραδεχθεί ενοχή για δύο αδικήματα: πρόκληση θανάτου από αλόγιστη και απερίσκεπτη οδήγηση και εγκατάλειψη σκηνής δυστυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. Για τα δύο αδικήματα του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, με το Δικαστήριο να αποφασίζει την αναστολή εκτέλεσης για τρία χρόνια.
Ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έφεση, κρίνοντας τις ποινές υπέρμετρα επιεικείς. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και δέχθηκε με «κάποιο δισταγμό» ότι δεν θα επέμβει στο ύψος της ποινής, ανέτρεψε την αναστολή, κρίνοντας ότι η πρωτόδικη απόφαση περιείχε ουσιώδες «σφάλμα αρχής».
Το Δικαστήριο περιέγραψε με σκληρή γλώσσα τα γεγονότα: ένας 19χρονος Ρουμάνος, εργάτης, κατευθυνόταν με ποδήλατο τα ξημερώματα προς την εργασία του, όταν παρασύρθηκε θανάσιμα από το όχημα του εφεσίβλητου. «Ο οδηγός εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος, γνωρίζοντας την κρισιμότητα της κατάστασης», σημειώνεται στην απόφαση, για να εμφανιστεί μόνο 12 ώρες αργότερα στην αστυνομία, με τον δικηγόρο του.
Η νομολογία, την οποία επικαλέστηκε το Εφετείο, είναι ξεκάθαρη: «Η εγκατάλειψη θύματος και η μη παροχή βοήθειας σε αυτό, συνιστά μια άκρως αντικοινωνική και εγωιστική συμπεριφορά», όπως είχε κριθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Sidhu (2022). Το Ανώτατο τόνισε ότι τέτοια συμπεριφορά «αποκαλύπτει έλλειψη σεβασμού προς τον πλησίον» και ότι η έγκαιρη βοήθεια μπορεί να σώσει ζωές.
Το Ανώτατο άσκησε έντονη κριτική στην πρωτόδικη κρίση. «Το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος πανικοβλήθηκε δεν αναιρεί την αδιαφορία που επέδειξε», αναφέρεται χαρακτηριστικά, απορρίπτοντας ως αβάσιμο το ότι η ψυχολογική του κατάσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί ελαφρυντική. Αντιθέτως, η επιλογή του να εγκαταλείψει τον τόπο του δυστυχήματος «άφησε το θύμα αβοήθητο», στοιχείο που επιβάρυνε ουσιαστικά τη θέση του.
Με ιδιαίτερη έμφαση το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο λανθασμένα έλαβε υπόψη του στοιχεία όπως το σκοτάδι, η έλλειψη φωτισμού ή το ότι το θύμα φορούσε μαύρα ρούχα, μετατρέποντάς τα σε «παράγοντες υπέρ του κατηγορουμένου», όταν τέτοια δεδομένα ουδεμία σχέση είχαν με την εγκατάλειψη.
Η κατάληξη ήταν ξεκάθαρη: η έφεση έγινε δεκτή, η αναστολή της ποινής ακυρώθηκε και ο κατηγορούμενος θα εκτίσει τους δέκα μήνες φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί. «Η αναστολή δεν αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και δεν εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής», υπογράμμισε το Δικαστήριο, στέλνοντας αυστηρό μήνυμα ότι η Δικαιοσύνη δεν θα επιδείξει ανοχή σε οδηγούς που εγκαταλείπουν θύματα τροχαίων.
Η ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας
Την 3ετή αναστολή σε 10μηνη ποινή φυλάκισης σε κατηγορούμενο μετέτρεψε σε άμεση 10μηνη ποινή φυλάκισης το Εφετείο, αποδεχόμενο την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε υπόθεση θανατηφόρου δυστυχήματος με θύμα 25χρονο ποδηλάτη στην Αγλαντζιά, το 2022. Η απόφαση του Εφετείου υπήρξε ομόφωνη και εκδόθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, καθώς και για το αδίκημα της εγκατάλειψης τόπου ατυχήματος, χωρίς παροχή βοήθειας.
Το Εφετείο, εκδικάζοντας τους δύο λόγους έφεσης που ήγειρε ο Γενικός Εισαγγελέας, συμφώνησε με τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ως η Κατηγορούσα Αρχή, ότι υπήρξε σφάλμα αρχής στην κρίση του Επαρχιακού Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή της ποινής φυλάκισης, σημειώνοντας ότι στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων αυτών, όπως και στην ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε σχέση με αυτά. «Στην παρούσα υπόθεση, προβληματιστήκαμε», αναφέρει στην απόφασή του το Εφετείο, «από το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνυπολόγισε πως, σύμφωνα με τη νομολογία, αναφορικά με το αδίκημα της εγκατάλειψης του τόπου του ατυχήματος, επιβάλλεται η επιβολή αυστηρής ποινής. Κατά την άποψή μας, ως εκ τούτου, έπεται πως η αναστολή δεν αποτελεί, σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα, συνήθη επιλογή.»
Για να καταλήξει το Εφετείο ότι η «σοβαρότητα του αδικήματος της εγκατάλειψης του θύματος, καθώς και η ανάγκη επιβολής ποινής που να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και να είναι αποτρεπτική, καθώς και οι περιστάσεις διάπραξής του, επέβαλλαν τη μείωση της σημασίας των όποιων μετριαστικών παραγόντων και περιστάσεων» του κατηγορούμενου και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο απέδωσε λανθασμένα, βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, χωρίς να τις αποτιμήσει στο ορθό πλαίσιο, ως απαιτείται από τη νομολογία.
Ως προς τον δεύτερο λόγο έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα με τον οποίο προσβλήθηκε ως έκδηλα ανεπαρκές το ύψος των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης δέκα μηνών για έκαστο αδίκημα, αυτός απερρίφθη από το Εφετείο.
Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, την υπόθεση χειρίστηκε η κα Σωτηρούλλα Μιχαήλ, Δημόσιος Κατήγορος.
Διαβάστε επίσης: Χειροπέδες σε 26χρονο για το θανατηφόρο με τον ποδηλάτη στην Αγλαντζιά




