Με τις αγορεύσεις της κατηγορούσας Αρχής και του συνήγορου υπεράσπισης διεξήχθη σήμερα στο Ανώτατο Δικαστήριο η ακροαματική διαδικασία σε σχέση με την έφεση που καταχώρησε η Γενική Εισαγγελία κατά της αθωωτικής απόφασης για τον πρώην Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Κυπριανού  σε ότι αφορά την έκρηξη στη ναυτική βάση στο Μαρί στις 11 Ιουλίου 2011.
 
Η Δικηγόρος Α` της Γενικής Εισαγγελίας Πολίνα Ευθυβούλου στην αγόρευσή της αναφέρθηκε εκτενώς στο ρόλο του κ. Κυπριανού σε ό,τι αφορά τους χειρισμούς για το φορτίο του πλοίου Monchegorsk από το καλοκαίρι του 2009, αναφερόμενη σε δυο κομβικά, όπως τα χαρακτήρισε, χρονικά σημεία τα οποία είχαν τέτοια δύναμη να αλλάξουν τη ροή των λογικά διαγεγραμμένων γεγονότων.
 
Συγκεκριμένα είπε πως, ενώ ύστερα από τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα τον Ιούλιο του 2009, ο τέως ΥΠΑΜ Κώστας Παπακώστας έδωσε οδηγίες για ενέργειες και ετοιμασία πρότασης προς το Υπουργικό Συμβούλιο για την τελική διευθέτηση του φορτίου, δηλαδή την καταστροφή του, τα πάντα σταμάτησαν λόγω των οδηγιών του κ. Κυπριανού για σύγκληση σύσκεψης στις αρχές Αυγούστου 2009 σε σχέση με το φορτίο για περίοδο τριών μηνών.
 
Ανέφερε πως το δεύτερο χρονικό σημείο, ήταν η σύσκεψη του Φεβρουαρίου του 2011, σημειώνοντας πως ήταν αγωνιώδεις μέχρι και απεγνωσμένες οι προσπάθειες του τέως ΥΠΑΜ Κώστα Παπακώστα να πείσει τον κ. Κυπριανού ότι θα πρέπει να δράσουν και ότι ο κίνδυνος έκρηξης με την έλευση του καλοκαιριού, λόγω αλλοίωσης της πυρίτιδας, ήταν πλέον πιθανός.
 
Η κ. Ευθυβούλου είπε πως τη γνώση του κινδύνου έκρηξης από τον κ. Κυπριανού την διαπιστώνει το δικαστήριο και αποτελεί εύρημά του. Το ζήτημα που απασχόλησε το Κακουργιοδικείο δεν ήταν η γνώση κινδύνου αλλά η εξουσία του εφεσίβλητου επί του φορτίου. Είναι για αυτό το λόγο που ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσιβάλλει, πρόσθεσε.
Είπε πως μετά την καταλυτική παρέμβαση του εφεσίβλητου τον Αύγουστο του 2009 και τις επιστολές που ακολούθησαν, στις οποίες απαντά “καμία αλλαγή στον τρόπο χειρισμού” τα όσα συνέβηκαν και αποφασίστηκαν το Φεβρουάριο του 2011 έχουν ως πυρήνα πάλι τον ίδιο τον κ. Κυπριανού.
 
Σύμφωνα με την κ. Ευθυβούλου, οι ποινικές ευθύνες του κ. Κυπριανού, όπως γίνονται αντιληπτές μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία, δεν αφορούν στη μη λήψη απόφασης καταστροφής ή εκποίησης, ούτε και στη μη υποβολή σχετικού θέματος προς συζήτηση στο Υπουργικό Συμβούλιο ή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Επικεντρώνονται, είπε, στο γεγονός ότι αν και από τις 7 Φεβρουαρίου 2011 γνώριζε για τον κίνδυνο έκρηξης, ότι οι πυρίτιδες αλλοιώθηκαν με πιθανό τον κίνδυνο έκρηξης κατά την έλευση των καλοκαιρινών μηνών, ότι οι συνθήκες στις οποίες ήταν εκτεθειμένες οι πυρίτιδες ήταν απαγορευτικές και ότι η διαδικασία των χημικών αναλύσεων ήταν χρονοβόρα, δεν έδωσε οδηγίες για να ληφθούν μέτρα για την αποφυγή του κινδύνου έκρηξης, μέχρι τη λήψη πολιτικής απόφασης καταστροφής.
 
Και στη συνέχεια, με την πάροδο του χρόνου, αν και γνώριζε όλα τα πιο πάνω και ότι περνούσε ο καιρός και αποτελέσματα χημικών αναλύσεων δεν υπήρχαν, άφησε τα πράγματα να συνεχίσουν ως είχαν, δηλαδή άφησε τον πιθανό κίνδυνο έκρηξης να γίνει κίνδυνος έκρηξης και στις 11 Ιουλίου 2011 θανατηφόρα έκρηξη για 13 συνανθρώπους μας, πρόσθεσε.
 
Είπε εξάλλου πως το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος είχε εξουσία επί του φορτίου και επομένως εξουσία να δώσει οδηγίες για τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του ενδεχομένου έκρηξης, προκύπτει μέσα από τα ίδια τα γεγονότα και σημείωσε πως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι όπως έδωσε οδηγίες για τη λήψη δειγμάτων από το φορτίο αν έδιδε οδηγίες για τη λήψη μέτρων προς αποφυγή του κινδύνου έκρηξης, αυτά τα μέτρα θα υλοποιούνταν.
Η κ. Ευθυβούλου σημείωσε πως εφόσον, όπως αναφέρει και το Κακουργιοδικείο, αποδίδεται στον κ. Κυπριανού η ιδιότητα του διαχειριστή του φορτίου, τότε με την πλήρη γνώση των κινδύνων ανάφλεξης ή και έκρηξης, όφειλε να δώσει οδηγίες για τη λήψη μέτρων προς αποτροπή της έκρηξης.
 
Είπε ακόμη πως το ζήτημα της ευθύνης του κ. Κυπριανού δεν είναι συνδεδεμένο με το duty of care αλλά με το duty of act, γιατί ο ίδιος με τις αποφάσεις του συνέβαλε στη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης μεταφέροντας από τη μια το χρόνο λήψης απόφασης σε χρόνο σύντομο μεν. Αλλά όχι καθορισμένο δε, και από την άλλη, μην αφήνοντας σε οποιονδήποτε άλλο περιθώρια δράσης.
 
Ο δικηγόρος του κ. Κυπριανού, Γιώργος Γεωργίου κάλεσε το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει την έφεση, λέγοντας πως είναι και νομικά και επί της ουσίας αβάσιμη.
Στην αγόρευσή του ανέφερε πως η εναρκτήρια δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα πριν την έναρξη της δίκης ότι οι κατηγορούμενοι φέρουν ο καθένας χωριστά ποινική ευθύνη για το θάνατο των 13 προσώπων, αφού με δικές τους παραλείψεις ή συμπεριφορές δεν απέτρεψαν την ανάφλεξη και έκρηξη των πυρίτιδων και/ή το θάνατο των 13 ανθρώπων, αν και γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν για τον κίνδυνο έκρηξης βρίσκεται σε αντίφαση με το κατηγορητήριο αλλά και ταυτόχρονα η ίδια η δήλωση αντιφάσκει ως προς το περιεχόμενό της.
 
Και τούτο, σημείωσε, γιατί ενώ με το το κατηγορητήριο αποδίδεται στον εφεσίβλητο ποινική ευθύνη συνεπεία παράλειψης, με την εναρκτήρια δήλωση του αποδίδεται ποινική ευθύνη λόγω του ότι δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση.
Ο κ. Γεωργίου είπε επίσης πως δεν μπορεί ο Γενικός Εισαγγελέας να λέει ότι το δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο και καταδίκασε τους άλλους κατηγορούμενους και από την άλλη να λέει ότι το δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και αθώωσε τον Μάρκο Κυπριανού, σημειώνοντας πως η εφαρμογή του νόμου πρέπει να είναι μία και ενιαία για όλους τους κατηγορούμενους.
 
Είπε ακόμη πως τα ευρήματα του δικαστηρίου, με βάση τα ποία αθωώθηκε ο κ. Κυπριανού, αφορούν τη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και σημειώνει πως για τη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων σύμφωνα με το άρθρο 137 της Ποινικής Δικονομίας δεν παρέχεται στο Γενικό Εισαγγελέα δικαίωμα έφεσης.
Διερωτήθηκε εξάλλου αν δεν είναι αντιφατικό από τη μια η Κατηγορούσα Αρχή να προωθεί τη θέση ότι ο εφεσίβλητος έπρεπε να αντιληφθεί από την αλληλογραφία και κατά τη σύσκεψη της 7ης Φεβρουαρίου 2011 ότι υπήρχε προφανής κίνδυνος και από την άλλη ότι οι Ιωαννίδης και Παπαδόπουλος, ο ένας έμπειρος και υψηλόβαθμος στρατιωτικός και ο άλλος έμπειρος και πειθαρχημένος λοχίας της ΕΜΑΚ, έβλεπαν τη φωτιά να φουντώνει στα εμπορευματοκιβώτια, λίγα μόνο δευτερόλεπτα πριν την έκρηξη, να μην είχαν αντίληψη του κινδύνου έκρηξης.
 
Ο κ. Γεωργίου ανέφερε επίσης πως το όλο πρόβλημα χειρισμού του φορτίου ξεκινά από την επιστολή του Τελωνείου προς το Γενικό Εισαγγελέα στις 19 Ιουλίου 2009 με την οποία η Διευθύντρια Τελωνείων παραθέτει υπαλλακτικές λύσεις και ζητά τη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα για το πώς πρέπει να ενεργήσει.
Σε κανένα άλλο κράτος δικαίου δεν θα είχε λόγο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για την τύχη εμπορευμάτων που κατασχέθηκαν από το Τελωνείο κατ` εφαρμογή του Διεθνούς και του εθνικού δικαίου, ανέφερε.
 
Πρόσθεσε πως ο Πρόεδρος δεν είχε κανένα λόγο, άλλα και νομικά κανένα δικαίωμα να μετατρέψει ένα καθαρά νομικό θέμα σε πολιτικό, και σημείωσε πως εάν οι κατεξοχήν αρμόδιοι σύμφωνα με το νόμο να διαχειριστούν το φορτίο εφάρμοζαν το νόμο, όπως είχαν καθήκον να κάμουν, χωρίς να περιμένουν πολιτικές οδηγίες, το φορτίο είτε θα εκποιείτο είτε θα καταστρέφετο έγκαιρα και δεν θα φτάναμε στην τραγωδία της 11ης Ιουλίου 2011.
Ο κ. Γεωργίου ανέφερε πως την αποκλειστική ευθύνη για την αποθήκευση του φορτίου κατά παράβαση των κανόνων ασφαλείας, που είχε σαν αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση  της πυρίτιδας, την αυτανάφλεξή της και την τραγική έκρηξη την φέρουν οι Μπισμπίκας, Σοφιανίδης και Γεωργιάδης.
 
Είπε πως η ομόφωνη κατάληξη της σύσκεψης της 7ης Φεβρουαρίου 2011 καταδεικνύει ότι στο μυαλό όλων των παρευρεθέντων στη σύσκεψη δεν υπήρχε η ανησυχία για άμεσο, προβλεπτό κίνδυνο αυτανάφλεξης και έκρηξης της πυρίτιδας.
Σημείωσε εξάλλου πως ο κ. Κυπριανού δεν ήταν παρών στη σύσκεψη της 6ης Αυγούστου 2009 και πως κατά την κ. Ευθυβούλου για τα όποια καλά ή κακά αποτελέσματα της σύσκεψης αυτή ευθύνη δεν έχουν ο Γενικός Εισαγγελέας, οι ΓΔ των Υπουργείων που παρέστησαν και οι παρόντες στρατιωτικοί, αλλά ο Υπουργός Εξωτερικών επειδή έδωσε οδηγίες να γίνει η σύσκεψη.
 
Η επόμενη ακροαματική διαδικασία ορίστηκε για τις 27 Μαϊου στις 0930.
Το Κακουργιοδικείο έκρινε ένοχους τον Κώστα Παπακώστα για ανθρωποκτονία και πρόκληση θανάτου εξ αμελείας και τον πρώην Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ανδρέα Νικολάου, τον πρώην Υποδιευθυντή της Πυροσβεστικής Χαράλαμπο Χαραλάμπους και τον πρώην Διοικητή της ΕΜΑΚ Αντρέα Λοϊζίδη, για την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας, ενώ αθώωσε τον πρώην Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Κυπριανού.
 
Όλοι οι καταδικασθέντες εφεσίβαλαν την πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου και για τις καταδίκες και για το μέγεθος των ποινών που επιβλήθηκαν, ενώ η Γενική Εισαγγελία άσκησε έφεση για την αθώωση του κ. Κυπριανού στην κατηγορία για πρόκληση θανάτου από αλόγιστη, απερίσκεπτη πράξη ή παράλειψη, καθώς και για την αθώωση του Χαράλαμπου Χαραλάμπους και Ανδρέα Λοϊζίδη σε σχέση με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας, επειδή δεν έδωσαν οδηγίες για εκκένωση της Ναυτικής Βάσης στις 11 Ιουλίου 2011 και σε σχέση με το μέγεθος των ποινών των Ανδρέα Λοϊζίδη, Χαράλαμπου Χαραλάμπους και Ανδρέα Νικολάου.