Λιγότερο συχνά, αλλά για μεγαλύτερα ποσά χρησιμοποιούν οι Κύπριοι τις κάρτες ως μέσο συναλλαγής, όπως καταδεικνύουν στοιχεία έκθεσης που δημοσιοποίησε την Τρίτη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Συγκεκριμένα το 2012, ο μέσος Κύπριος πραγματοποίησε 48 πληρωμές με κάρτα, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 79 και ο μέσος όρος της Ευρωζώνης 70,8.
Ο μεγαλύτερος κατά κεφαλήν αριθμός πληρωμών με κάρτα καταγράφηκε στη Σουηδία με 230 συναλλαγές, στη Δανία με 224 και στη Φιλανδία με 213. Οι λιγότερες συναλλαγές με κάρτα γίνονταν στη Βουλγαρία με 4 συναλλαγές ανά έτος, στην Ελλάδα με 7 και στη Ρουμανία, επίσης με 7.
Για την Κύπρο, η συνολική αξία πληρωμών με κάρτα ανά κάτοικο για το 2012 ανήλθε στα €4.055, στα ίδια επίπεδα με το μέσο όρο της ΕΕ και λίγο πιο πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (€3.613). Τα μεγαλύτερα ποσά σε πληρωμές με κάρτες καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο €12.000, ενώ τα μικρότερα στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ελλάδα με κάτω από €500.
Σύμφωνα με την έκθεση, ο κατά κεφαλήν αριθμός πληρωμών με κάρτα συνεχίζει να αυξάνεται σε όλες τις χώρες της ΕΕ και παρουσιάζει μεγαλύτερη αύξηση σε σχέση με άλλα μέσα πληρωμής όπως οι μεταφορές πιστώσεων, οι άμεσες χρεώσεις, οι επιταγές και το ηλεκτρονικό χρήμα.
Η χρήση πληρωμών με κάρτα στις περισσότερες χώρες της κεντρικής και της νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι εξαιρετικά χαμηλή, σε σχέση με τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης.
Σύμφωνα με σχετικές μελέτες, στις χώρες όπου διενεργούνται περισσότερες πληρωμές με κάρτα και άλλα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμών μικρής αξίας το κοινωνικό κόστος για τις υπηρεσίες πληρωμών μικρής αξίας ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι χαμηλότερο.
Σύμφωνα με έκθεση της ΕΚΤ, το κοινωνικό κόστος που συνεπάγεται η διενέργεια πληρωμών μικρής αξίας ανέρχεται σε 1% του ΑΕΠ, το οποίο αντιστοιχεί σε περίπου 130 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για το σύνολο της ΕΕ. Πρόκειται για σημαντικό, αν και σε μεγάλο βαθμό αφανές, λειτουργικό κόστος για τον οικονομικό μηχανισμό.
Όπως αναφέρεται, η προώθηση της χρήσης αποδοτικών υπηρεσιών πληρωμών μικρής αξίας αποτελεί βασικό στόχο της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος και μπορεί να αποφέρει συγκεκριμένα οικονομικά οφέλη.




