Ατασθαλίες και κακοδιαχείριση στο Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου καταγγέλλει με επιστολή του στον υπουργό Οικονομικών ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας Οδυσσέας Μιχαηλίδης.
 
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, εγείρονται αρκετά σοβαρά θέματα όσον αφορά στην ευρύτερη λειτουργία του Ιδρύματος, τα οποία δημιουργούν εύλογες υποψίες, ότι ενδεχομένως μέλη του Δ.Σ. ή υπάλληλοι του Ιδρύματος ή και δημόσιοι υπάλληλοι να έχουν υποπέσει σε πειθαρχικά παραπτώματα ή να έχουν διαπράξει ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με κατάχρηση εξουσίας ή κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό ή και να φέρουν αστική ευθύνη για διασπάθιση δημόσιου χρήματος.
 
Ένεκα της σοβαρότητας των όσων έχουν προαναφερθεί, ο κ. Μιχαηλίδης σημειώνει ότι κρίνεται επιβεβλημένο να προωθηθεί το συγκεκριμένο θέμα στο Υπουργικό Συμβούλιο για λήψη απόφασης ώστε να διεξαχθεί άμεσα ανεξάρτητη διοικητική έρευνα από άτομο το οποίο δεν υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών.
 
Στόχος, σημειώνει ο Γενικός Ελεγκτής, θα πρέπει να είναι η καταγραφή των γεγονότων και πιθανών ευθυνών και η τροχοδρόμηση των κατάλληλων διαδικασιών σε συνεννόηση με το Γενικό Εισαγγελέα για την απόδοση τυχόν πειθαρχικών, ποινικών ή αστικών ευθυνών.
 
Ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, χαρακτηρίζει ορθή την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να αναστείλει προσωρινά την υλοποίηση του έργου κατασκευής και λειτουργίας του Μεγάρου Πολιτισμού. Παραθέτει στη συνέχεια δύο σημεία, τα οποία ο κ. Μιχαηλίδης κρίνει σημαντικά:
 
(α) Η απόφαση να συνεχίσει το Ίδρυμα να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο που θα διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο θα επανεξετάσει τον όλο σχεδιασμό με σκοπό να εξευρεθούν τρόποι μείωσης του κατασκευαστικού και λειτουργικού κόστους και μείωση της εξάρτησης της λειτουργίας του Μεγάρου από τον κρατικό προϋπολογισμό, θα πρέπει να επανεξεταστεί.
Εισήγηση μας, αναφέρεται, είναι όπως η ευθύνη προώθησης του έργου ανατεθεί στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, το οποίο θα πρέπει να το προωθήσει στον κατάλληλο χρόνο, ως σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και σίγουρα αφού πρώτα λάβει μέτρα ώστε το μέγεθος του να μειωθεί στο προσήκον μέτρο για να συνιστά βιώσιμη επένδυση που δεν θα απαιτεί κρατική χρηματοδότηση.
 
(β) Θα πρέπει να λάβετε μέτρα, καλεί ο κ. Μιχαηλίδης τον υπουργό Οικονομικών, να λάβετε μέτρα ώστε να υλοποιηθεί άμεσα  η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για τον τερματισμό του Συμβολαίου του Γενικού Διευθυντή, ο οποίος συνεχίζει ακόμα να είναι υπάλληλος με σημαντικό κόστος (μισθοί, δαπάνες αυτοκινήτου κτλ). Ο τερματισμός θα πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε το κόστος για το δημόσιο να ελαχιστοποιηθεί. «Θα συμφωνείτε υποθέτω ότι περαιτέρω συνέχιση της κατάστασης προκαλεί το δημόσιο αίσθημα» καταλήγει ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας.
 
Πέραν των προαναφερθέντων, στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι:
Το Ίδρυμα δημιούργησε πολύ ψηλά ποσά σε αποθεματικά και μετρητά, λόγω του γεγονότος ότι ενώ γινόταν πρόνοια στον προϋπολογισμό του κάθε έτους για δαπάνες που αφορούσαν στην ανέγερση του Μεγάρου Πολιτισμού, αυτή δεν πραγματοποιούταν, αλλά το Ίδρυμα εξακολουθούσε να λαμβάνει αντίστοιχη χορηγία πέραν των αναγκών του.
Το κόστος του Μεγάρου είχε εκτιμηθεί αρχικά στα €80 εκ. Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε το υπολογιζόμενο κόστος του έργου παρουσίαζε συνεχείς αυξήσεις ξεπερνώντας κατά πολύ το ποσό των €80 εκ. Συγκεκριμένα το κόστος ανήλθε σε €96 εκ. και μετά από εισηγήσεις του επιμετρητή ποσοτήτων και συγκεκριμένες αποφάσεις του Δ.Σ. μειώθηκε στα €90 εκ., χωρίς να περιλαμβάνεται σ’ αυτό το κόστος ανέγερσης πλατείας και υπόγειων χώρων στάθμευσης ύψους €18,9 εκ. Ακολούθως, το κόστος του Μεγάρου αυξήθηκε και πάλι στα €99,1 εκ. ενώ στους όρους του διαγωνισμού για την επιλογή εργολάβου, το κόστος καθορίστηκε στα €95 εκ.