Περιστατικά μίσους, διάσπαρτα στο δημόσιο χώρο, στο χώρο εργασίας και στο σχολείο, διαπιστώνει κατά τα τελευταία δέκα χρόνια, το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως Αρχή κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων, όπως δήλωσε η λειτουργός της Αρχής, Θέκλα Δημητριάδου. Μιλούσε χθες αργά το απόγευμα σε ημερίδα με θέμα «Το φαινόμενο της ακροδεξιάς στην Κύπρο, την Ελλάδα και την Ευρώπη», που οργάνωσε η Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ).
Είναι χαρακτηριστική η σύμπτωση ότι η τρίωρη ημερίδα που άρχισε στις 6 μμ. στο Σπίτι της Ειρήνης του Δήμου Λευκωσίας, πραγματοποιήθηκε την ώρα που στη Λεμεσό συνέβαιναν τα έκτροπα από μέλη του ΕΛΑΜ, σε εκδήλωση του ΤΕΠΑΚ με ομιλητή τον Μεχμέτ Αλή Ταλάτ. Ένας από τους προσκεκλημένους ομιλητές στην ημερίδα της Λευκωσίας ήταν και ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης Ιωνάς Νικολάου, αλλά δεν παρέστη τελικά, ούτε απέστειλε εκπρόσωπό του.
Συμβαίνει γύρω μας, τώρα
«Το θέμα της ημερίδας είναι εξαιρετικά επίκαιρο και μας αφορά όλους, επειδή η άνοδος της ακροδεξιάς συμβαίνει γύρω μας, τώρα, τοπικά και ευρωπαϊκά», είπε η Θέκλα Δημητριάδου. «Η εμπειρία του Γραφείου μας και της Αρχής κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων κατά τα τελευταία δέκα χρόνια, έχει καταδείξει ότι τα περιστατικά μίσους επισυμβαίνουν εδώ και καιρό. Και είναι διάσπαρτα στο δημόσιο χώρο, στο χώρο εργασίας, στο σχολείο. Άλλοτε οργανωμένα και άλλοτε σε ατομικό επίπεδο, τα περιστατικά αυτά εμπεριέχουν την απομόνωση, τη στοχοποίηση, τον αποκλεισμό, τον εκφοβισμό, τη βία. Και στηρίζονται αποκλειστικά στο κοινωνικό χαρακτηριστικό του Άλλου: το χρώμα, το φύλο, τη θρησκεία, την εθνικότητα, τη γλώσσα, τις πολιτικές πεποιθήσεις, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα του φύλου του. Είναι επίσης διαπίστωσή μας ότι τα πλείστα από αυτά τα περιστατικά καταχωρούνται από τις αρμόδιες Αρχές ως περιστατικά τυφλής βίας ή νεανικής παραβατικότητας και το κίνητρο των ενεργειών παραμένει αδιευκρίνιστο και κατά συνέπεια αόρατο».
Κανένας ενώπιον δικαστηρίου
Η Θέκλα Δημητριάδου τόνισε ότι «ενώ έχουμε από το 1992 ποινικοποιήσει αριθμό αδικημάτων σχετικών με το ρατσισμό, μεταξύ των οποίων και τη ρητορική μίσους, κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει οδηγηθεί ενώπιον δικαστηρίου με αυτή την κατηγορία - την ίδια στιγμή που οργανωμένα σύνολα προβαίνουν σε βαδισμούς στο κέντρο της πόλης αναφωνώντας ξενοφοβικά και απειλητικά συνθήματα, που νεαροί καταστρέφουν ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη της πόλης αυτοκίνητα Τουρκοκυπρίων, που άλλοι γυρίζουν την πόλη με ρόπαλα και κτυπούν αδιάκριτα ανθρώπους στη βάση του χρώματός τους. Πέραν από την αποτυχία αναγνώρισης και τυποποίησης των ρατσιστικών εγκλημάτων όμως, εξίσου επικίνδυνη είναι και η ανοχή απέναντι σε κρατικές πολιτικές και δημόσιες ρητορικές που θέτουν σε δυσμενή θέση συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού στη βάση της διαφορετικότητάς τους.
»Το Γραφείο μας διερευνώντας σωρεία καταγγελιών τα τελευταία χρόνια, έχει αναδείξει κατ’ επανάληψη την ύπαρξη τέτοιων πολιτικών και πρακτικών στο δημόσιο τομέα και έχει υποδείξει την αναγκαιότητα άρσης ή τροποποίησής τους στη βάση των αρχών της ισότητας και της καταπολέμησης των διακρίσεων. Είναι δυστυχώς γεγονός ότι στις προσπάθειες αυτές συναντούμε μόνο αποσπασματική ή μερική συμμόρφωση και αυτό είναι ενδεικτικό κατά την άποψή μας, της ελλιπούς οξυδέρκειας που μας διακατέχει σε πολιτειακό επίπεδο, στο να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα και την επικινδυνότητά του, πόσο μάλλον να το αντιπαλέψουμε.
Αποφασιστικά και απόλυτα
Η πάγια θέση της Αρχής κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων, σύμφωνα με τη Θ. Δημητριάδου, «είναι ότι τα ημίμετρα και οι κενές περιεχομένου διακηρύξεις για αντιμετώπιση του ρατσισμού και των ακροδεξιών στοιχείων, δεν είναι αρκετά. Οι εκφράσεις του φασισμού σε κάθε μορφή του, πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται αποφασιστικά και απόλυτα, προσμετρώντας με σοβαρότητα και υπευθυνότητα τις συνέπειές τους για τις ευάλωτες ομάδες και την κοινωνία ολόκληρη. Η παραγνώριση και η ανοχή σε ρατσιστικές ενέργειες, ακόμα και τις λιγότερο πρόδηλες, υποδαυλίζουν το φαινόμενο και επιτρέπουν την παρείσφρησή τους σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού και πολιτικού μας βίου. Είναι καθήκον όλων μας να σταθούμε απέναντί τους, να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους και να προστατεύσουμε τις αξίες που μας επιτρέπουν να μιλούμε ελεύθερα και να ζούμε σαν άνθρωποι».
Ατζέντες και αποδιοπομπαίοι τράγοι
Στη δική της παρέμβαση η Πρόεδρος της ΚΙΣΑ Ανθούλα Παπαδοπούλου τόνισε ότι «η απόγνωση και η αποστροφή από την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων και τους πολιτικούς που την εκπροσωπούν, στρέφουν μεγάλα στρώματα του λαού στα ακροδεξιά κόμματα που προσφέρουν πολιτικές ατζέντες με λαϊκίστικες, δήθεν λύσεις και αποδιοπομπαίους τράγους στο πρόσωπο των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων – των μεταναστών, των προσφύγων, των μειονοτήτων, όπως οι Ρόμα, των ΛΟΑΤ, και άλλων – ενώ στην Κύπρο, ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει και τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας. Ωστόσο, πιο ανησυχητική ίσως ακόμη και από την άνοδο της ακροδεξιάς, είναι ο συγκαλυμμένος ή απροκάλυπτος πολιτικός λόγος, οι πολιτικές και πρακτικές πολλών πολιτικών κομμάτων και κυβερνήσεων της δεξιάς και του κέντρου (κάποτε, δυστυχώς, ακόμη και κάποιων κομμάτων της αριστεράς) που, προς άγραν ψήφων και για μικροπολιτικές σκοπιμότητες, υιοθετούν ή και υπερβαίνουν το ρατσιστικό λόγο και τις πολιτικές ατζέντες της ακροδεξιάς».
Πολιτική ομάδα στο Ευρωκοινοβούλιο
Μιλώντας στην ημερίδα ο Τάκης Χατζηγεωργίου, ευρωβουλευτής ΑΚΕΛ Αριστερά Νέες Δυνάμεις, εξέφρασε την ανησυχία του ότι η ακροδεξιά θα καταφέρει να δημιουργήσει πολιτική ομάδα στο Ευρωκοινοβούλιο στις επόμενες ευρωεκλογές. Όπως εξήγησε, «βάσει των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εφόσον εκλεγούν 25 ευρωβουλευτές και άνω, που προέρχονται από επτά χώρες και άνω, τότε δημιουργούν πολιτική ομάδα, που θα έχει αυξημένα δικαιώματα μέσα στο κοινοβούλιο, με κυριότερο το δικαίωμα λόγου». Παρατήρησε ότι «οι ακροδεξιοί που θα οργανώσουν πολιτική ομάδα δικαιωματικά, στο Ευρωκοινοβούλιο, δεν θα συνεργαστούν ή να αντιπαλέψουν με άλλες δυνάμεις μέσα στο κοινοβούλιο, αλλά θα υποσκάψουν το σύστημα λειτουργίας του».
*Τοποθετήσεις στην ημερίδα έκαναν και η Δρ Νάγια Καμένου του Πανεπιστημίου Κύπρου με θέμα «Φύλο και γυναίκες στην ελληνική ακροδεξιά», η Νικολέτα Χαραλαμπίδου, στέλεχος της ΚΙΣΑ με θέμα «Η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς» και ο Δρ Γιώργος Χαραλάμπους του Πανεπιστημίου Κύπρου με θέμα «Ιδεολογικές και οργανωτικές εκφάνσεις της κυπριακής ακροδεξιάς».




