Διευκρινιστική εγκύκλιο προς τα πιστωτικά ιδρύματα σε σχέση με τις εκτιμήσεις των ακινήτων, εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα.
Στην εγκύκλιο, η Κεντρική καλεί τις τράπεζες να θεσπίσουν τις δέουσες διαδικασίες προσαρμογής της εκτιμημένης αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων κατοικιών, με βάση τυχόν αρνητικές αποκλίσεις που παρουσιάζει ο Δείκτης Τιμών Κατοικιών που ετοιμάζεται από την Κεντρική.
Απαντώντας σε ερωτήματα που της έχουν υποβληθεί σε σχέση με τις εκτιμήσεις ακινήτων και τον Δείκτη Τιμών Κατοικιών, η ΚΤ αναφέρει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρακολουθούν τις αξίες των ακινήτων σε τακτή βάση και κατ΄ ελάχιστον ανά έτος, όσον αφορά τα εμπορικά ακίνητα και ανά τρία έτη όσον αφορά τις κατοικίες και σε συχνότερη βάση όταν οι συνθήκες της αγοράς υπόκεινται σε σημαντικές διακυμάνσεις. Επιπλέον, η ΚΤ καλεί τα πιστωτικά ιδρύματα να εφαρμόζουν μια δίκαιη και βιώσιμη τιμολογιακή πολιτική όσον αφορά τις αναδιαρθρώσεις χορηγήσεων, η οποία πρέπει να στοχεύει στην ελαχιστοποίηση του κόστους, των τελών/δικαιωμάτων, άλλων εξόδων και των επιτοκίων των δανειοληπτών που υπόκεινται σε αναδιάρθρωση των χορηγήσεων τους.
Αν υπάρχουν πληροφορίες, σύμφωνα με τη ΚΤ, ότι η αξία ακινήτου ενδέχεται να έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με τις γενικές τιμές της αγοράς για αντίστοιχα ακίνητα, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε αναθεώρηση της εκτίμησης του ακινήτου και δη από εκτιμητή που διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, ικανότητα και εμπειρία για την αποτίμηση ακινήτων και που είναι ανεξάρτητος από τη διαδικασία εγκρίσεων χορηγήσεων. Αναφέρει επίσης στην εγκύκλιο της που απέστειλε στα πιστωτικά ιδρύματα στις 17 Μαρτίου ότι για δάνεια που υπερβαίνουν τα τρία εκατομμύρια ευρώ ή το 5% των ιδίων κεφαλαίων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν στη διαδικασία ανεξάρτητης επανεκτίμησης του ακινήτου τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια. Σημειώνει ότι οι αποτιμήσεις ακινήτων μπορούν να διεξάγονται και από εσωτερικούς εκτιμητές των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Επιπλέον, η ΚΤ αναφέρει ότι προκειμένου να διαμορφώσουν κατάλληλες και βιώσιμες λύσεις αναδιάρθρωσης, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε ενδελεχή αξιολόγηση των εξασφαλίσεων και προσθέτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα για να θεωρήσουν πιστωτική διευκόλυνση ως εξασφαλισμένη με υποθήκη σε κατοικία οφείλουν να βεβαιώνονται ότι πληρούνται μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις ήτοι η αξία της εξασφάλισης ισούται με την αγοραία αξία της ενυπόθηκης κατοικίας με βάση την αρχική ανεξάρτητη εκτίμηση μειωμένη κατά περίπτωση.
"Για το σκοπό αυτό, στις περιπτώσεις που οι εξασφαλίσεις αφορούν υποθήκες επί ακινήτων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διενεργούν ανεξάρτητη επαγγελματική εκτίμηση για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας και της αξίας καταναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων στις περιπτώσεις που η εξασφάλιση αποτελεί εναλλακτική πηγή αποπληρωμής ή τα πιστωτικά ιδρύματα ζητούν από τους δανειολήπτες να εξετάσουν το ενδεχόμενο συμπερίληψης περιουσιακών στοιχείων που είναι ελεύθερα βαρών ως πρόσθετες εξασφαλίσεις", προσθέτει. Σημειώνει ότι η λήψη νέων εξασφαλίσεων αποσκοπεί στη μετατροπή μη εξασφαλισμένων χορηγήσεων σε εξασφαλισμένες χορηγήσεις.
Τέλος, η ΚΤ θεωρεί ως καλή πρακτική την προσκόμιση στους οφειλέτες των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων πληρωμής καθώς και πιστού αντιγράφου της εκτίμησης στις περιπτώσεις όπου διενεργείται εκτίμηση.




