Σύμφωνα με στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, οι κυπριακές τράπεζες διατηρούν τα υψηλότερα στεγαστικά επιτόκια στην Ευρωζώνη. Έγκριτοι οικονομολόγοι εισηγούνται μέτρα, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την μείωσή τους.

Άλλη μια αρνητική πρωτιά για την Κύπρο στην Ευρωζώνη αποτελούν τα υψηλότερα στεγαστικά επιτόκια, που προσφέρουν οι κυπριακές τράπεζες, γεγονός, που καταδεικνύεται από τα στοιχεία που η Κεντρική Τράπεζα έδωσε στη δημοσιότητα.

Δύο έγκριτοι οικονομολόγοι μιλούν στο Σίγμα και εξηγούν πώς κάτω από τις παρούσες συνθήκες, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, που θα επέτρεπαν τη μείωση των στεγαστικών επιτοκίων.

Την ίδια, όμως, στιγμή προειδοποιούν ότι δεν πρόκειται για ένα εύκολο εγχείρημα.

Ο καθηγητής χρηματοοικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου, Ανδρέας Χαρίτου, εξηγεί πώς η άρση των περιοριστικών μέτρων μπορεί να οδηγήσει στη μείωση των επιτοκίων.

Την ίδια στιγμή, αγγίζει το φλέγον ζήτημα της νομοθετικής προστασίας της πρώτης κατοικίας και εξηγεί ότι μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα.

Αναγνωρίζει ότι υπάρχουν θετικά και αρνητικά στοιχεία.

Από τη μια, λέγει, προστατεύεται ο ιδιοκτήτης, από την άλλη, όμως, αυξάνεται ο κίνδυνος για την τράπεζα, γεγονός, που ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση αντί μείωση του στεγαστικού επιτοκίου για την πρώτη κατοικία.

Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου  Κύπρου, Μάριος Ζαχαριάδης, εξηγεί, ότι η μείωση των στεγαστικών επιτοκίων μπορεί να καταστεί εφικτή σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

 Βασική προϋπόθεση, λέγει, είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό τομέα, γεγονός, που έμμεσα οδηγεί σε μείωση του κόστους για τις τράπεζες.

Προς τούτο, υποδεικνύει ότι οι τράπεζες θα πρέπει να προβούν σε συγκεκριμένες πράξεις για να επανακτήσουν την εμπιστοσύνη των καταθετών.

Θα πρέπει, λέγει, να κυνηγήσουν τα μεγάλα κόκκινα δάνεια και να μειώσουν το λειτουργικό τους κόστος, καθώς, υπάρχουν ακόμη τράπεζες, που δεν έχουν προχωρήσει σε μειώσεις μισθών.

Εισηγείται, επίσης, το κράτος να ενισχύσει τους εποπτικούς θεσμούς, ώστε να περιορίσει τη δυνατότητα των τραπεζών ν’ αυξάνουν το επιτόκιο σε δανειζόμενους που εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους, όταν αυτή η αύξηση στο επιτόκιο δεν δικαιολογείται από αντίστοιχη αύξηση του κόστους της ρευστότητας των τραπεζών.

Ο κύριος Ζαχαριάδης εισηγείται, επίσης, το κράτος να παράσχει στους καταθέτες φορολογικά κίνητρα, τα οποία στην παρούσα φάση, δίδονται μόνο για επενδυτικά σχέδια ασφαλιστικών εταιρειών.

Η πρότασή του προβλέπει την παροχή φοροαπαλλαγής σε μακροπρόθεσμες καταθέσεις.

Εξηγεί ότι, κατ’ αυτό τον τρόπο, εξασφαλίζεται η επιστροφή χρημάτων στις τράπεζες, που στην παρούσα φάση βρίσκονται στα σπίτια, γεγονός, που θα βελτιώσει τη ρευστότητα των τραπεζών, θα μειώσει το κόστος τους και θα τους δώσει την ευχέρεια για παροχή χαμηλότερων επιτοκίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, τα στεγαστικά επιτόκια που προσφέρουν οι κυπριακές τράπεζες υπερβαίνουν κατά πολύ τον μέσο όρο της Ευρωζώνης για το αντίστοιχο επιτόκιο, που υπολογίζεται στο 2,8%.