Αρχικά στην ομιλία του ο κ. Κυπριανού είπε πως κατά τη συζήτηση του Κυπριακού στο εσωτερικό δεν πρέπει να επιχειρείται ούτε ο φόβος αλλά ούτε και η ωραιοποίηση της κατάστασης, ενώ σημείωσε πως τα κόμματα που διαφωνούν με την προσέγγιση της λύσης της Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας θα ήταν πιο έντιμο να βγουν και να πουν ότι διαφωνούν με το πλαίσιο, να πουν αν υπάρχει τρόπος να απαλλαγούμε από τις δεσμεύσεις που αναλάβαμε από το 1977 και οι οποίες περιλαμβάνονται σε όλες τις συμφωνίες και όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, και να πουν πώς πάμε σε κάτι καλύτερο. Πρέπει να το πουν στο λαό καθαρά και τίμια και όχι να κρύβονται, όπως είπε, και να ασκούν κριτική σε αυτή τη διαδικασία.
Ο κ. Κυπριανού είπε πως για το ΑΚΕΛ θα ήταν εύκολο να κάνει αντιπολίτευση στον Πρόεδρο Αναστασιάδη, όπως αυτός είχε κάνει ως Πρόεδρος του ΔΗΣΥ προς τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια κατά τις συνομιλίες του με τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Σημείωσε πως το κόμμα του δεν λειτουργεί με αυτό τον τρόπο και θέλει να σώσει τον τόπο και όχι να τον καταστρέψει.Ο ΓΓ του ΑΚΕΛ είπε πως ο συμβιβασμός της ΔΔΟ έγινε επειδή υπήρχε πλήρης επίγνωση των συνεπειών του πραξικοπήματος και της εισβολής και από τότε επαναβεβαιώθηκε από όλους τους Προέδρους της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχει κατοχυρωθεί σε όλα τα ψηφίσματα των ΗΕ.
Στη συνέχεια, ο κ. Κυπριανού μίλησε για το πώς αντιλαμβάνεται το ΑΚΕΛ τους όρους της λύσης, και συγκεκριμένα τον όρο της ομοσπονδίας, της δικοινοτικότητας, της διζωνικότητας, της πολιτικής ισότητας, της διεθνούς προσωπικότητας και της ιθαγένειας.Σε σχέση με τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατά πόσον αυτό που συζητείται είναι η μετεξέλιξη ή η κατάργησή της και η δημιουργία ενός νέου κράτους, σημείωσε πως όλες οι γνωματεύσεις που λήφθηκαν από εμπειρογνώμονες παγκόσμιας εμβέλειας και τις οποίες είχε ζητήσει και ο Δημήτρης Χριστόφιας και ο Τάσσος Παπαδόπουλος αλλά και ο Νίκος Αναστασιάδης, λένε πως η συνέχιση εξασφαλίζεται με τη συμμετοχή του κράτους σε διεθνείς οργανισμούς διακρατικού χαρακτήρα όπως η ΕΕ και ο ΟΗΕ καθώς και με τη συνέχιση των διεθνών συνθηκών που δεσμεύουν το κράτος. Και οι δύο προϋποθέσεις, σημείωσε, πληρούνται στην περίπτωση της Κύπρου.
Απαντώντας στην επίκριση και στο αίτημα του ΔΗΚΟ να συμπεριληφθεί η συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο 1ο άρθρο του Συντάγματος, ο κ. Κυπριανού είπε πως ο Τάσσος Παπαδόπουλος κατά την παράδοση στον Δημήτρη Χριστόφια του είχε πει να εξασφαλίσει τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στο 1ο άρθρο του Συντάγματος. Διερωτήθηκε, παράλληλα, αν ήταν τόσο απλό να επιτευχθεί αυτό, 5 χρόνια διακυβέρνησης του Τάσσου Παπαδόπουλου γιατί δεν το είχε διεκδικήσει και τώρα λέμε ότι όποιος δεν το διεκδικεί αυτομάτως είναι προδότης.Στη συνέχεια ο κ. Κυπριανού διερωτήθηκε κατά πόσον είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε μια λύση που θα προνοεί για δύο συνιστώσες πολιτείας, κάθε μια εκ των οποίων, θα διοικείται από αντίστοιχη κοινότητα, θα έχει τα δικά της όργανα εξουσίας και αρμοδιότητες ταυτόσημες με εκείνες της άλλης πολιτείας, μια λύση που θα έχουν και οι δύο κοινότητες αποτελεσματική συμμετοχή στα όργανα και τις αποφάσεις της κεντρικής εξουσίας. Αν ναι, συνέχισε, τότε δεχόμαστε τις συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου και δεν μπορούμε να παίρνουμε α λα καρτ την ομοσπονδία. Αν όχι, τότε είναι τις Συμφωνίες του 1977 και 1979 που απορρίπτουμε “και τα περί ταμπέλας και περιεχομένου, συνιστούν υπεκφυγές”.
Κατόπιν, ο κ. Κυπριανού μίλησε για το κατά πόσο είναι εύκολο να απαλλαγούμε σήμερα από τις Συμφωνίες του 1977 και του 1979 για λύση ομοσπονδίας, οι οποίες περιλαμβάνονται σε όλα τα ψηφίσματα του ΣΑ και είχαν γίνει αποδεκτές από όλους τους Προέδρους της Δημοκρατίας και να διεκδικήσουμε λύση ενιαίου κράτους. Σε αυτό το σημείο, διερωτήθηκε κατά πόσον οι δύο πιο στενοί μας σύμμαχοι στο Κυπριακό, η Ελλάδα και η Ρωσία, είναι έτοιμες να στηρίξουν τη θέση για εγκατάλειψη της λύσης της ομοσπονδίας και υιοθέτησης της προσέγγισης για λύση ενιαίου κράτους.Ο κ. Κυπριανού είπε στη συνέχεια πως διεκδικητική πολιτική είναι αυτή που φέρνει αποτελέσματα και όχι εκείνη που φωνασκεί και θορυβεί, κάτι που έγινε με ανορθόδοξες διαδικασίες στο παρελθόν επί Γλαύκου Κληρίδη αλλά και επί Τάσσου Παπαδόπουλου. Ο Γλαύκος Κληρίδης ενταφίασε τις ιδέες Γκάλι παραμονές εκλογών και ο Ντενκτάς βγήκε από τη γωνιά, στη συνέχεια το 1997 με την πολιτική των πυραύλων ο Ντενκτάς έβαλε στο τραπέζι τη λύση συνομοσπονδίας και κανείς δεν αντέδρασε από τη διεθνή κοινότητα.
Ο Τάσσος Παπαδόπουλος μετά την 8η Ιουλίου απάντησε στην επιστολή Καμπάρι το 2006 όταν προκλήθηκε κωλυσιεργία αλλά και ο Νίκος Αναστασιάδης από την ημέρα που εκλέγηκε μέχρι το Φεβρουάριο του 2014 ακολουθούσε την πολιτική αυτή και πήραμε τη χειρότερη έκθεση που πήραμε ποτέ από τον ΓΓ του ΟΗΕ. Αυτά θα έπρεπε να μας διδάξουν για το πώς πρέπει να λειτουργούμε και πρέπει, όπως είπε, να διεκδικήσουμε λύση που να βασίζεται στο συμφωνημένο πλαίσιο και πρέπει να είμαστε διεκδικητικοί στην επιμονή μας στις βασικές αρχές λύσης, καταθέτοντας προτάσεις που εμμένουν στην ουσία.
Ο Άντρος Κυπριανού είπε πως σήμερα υπάρχει πρόοδος γιατί αξιοποιήσαμε τις συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ και έχουμε καταφέρει να προχωρήσουμε, ενώ την ίδια ώρα παραδέχθηκε πως Αναστασιάδης και Ακιντζί έχουν κάνει περαιτέρω βήματα μπροστά με πολλές δυσκολίες και πολλά προβλήματα. “Για εμάς είναι μεγάλη η απόσταση που έχουμε να καλύψουμε ακόμα μέχρι να φτάσουμε στην ποθητή λύση του Κυπριακού, δεν είναι εύκολα τα πράγματα, είναι εξαιρετικά δύσκολα”, είπε.Ο ΓΓ του ΑΚΕΛ είπε πως καταφέραμε να κατοχυρώσουμε τις τρεις βασικές ελευθερίες, διακίνησης, εγκατάστασης και απόκτησης περιουσίας, ενώ ξεκαθάρισε πως το ΑΚΕΛ δεν δέχεται τη συνέχιση των εγγυήσεων.
Όσον αφορά το κόστος της λύσης, είπε πως είναι μια σημαντικότατη παράμετρος που πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά. Ωστόσο, διερωτήθηκε αν θα πρέπει να αφήσουμε άλυτο το Κυπριακό λόγω του κόστους και ξεκαθάρισε πως δεν αποδέχεται μνημονιακές πολιτικές. Πρόσθεσε πως υπάρχει σύγκλιση Χριστόφια-Ταλάτ με βάση την οποία η κάθε κοινότητα αναλαμβάνει τα δικά της χρέη από το 1963 και μετά, και τα 17 δις χρέος της Τ/κ κοινότητας δεν θα τα αναλάβουμε εμείς αλλά η Τουρκία, η οποία θα πρέπει να αναλάβει επιπρόσθετες δαπάνες ως η χώρα που έχει εισβάλει στην Κύπρο. Παράλληλα, τόνισε πως από τη λύση θα προκύψουν πολλά οφέλη λόγω σταθερότητας, με την ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα, την προσέλκυση επενδύσεων, τουρισμού, αξιοποίηση του ΦΑ.Τέλος, λέγοντας πως υπάρχει ανησυχία με τον τρόπο που λειτουργεί ο Ταγίπ Ερντογάν και η Τουρκία, διερωτήθηκε αν αυτή η ανησυχία πρέπει να μας οδηγήσει στο να διακόψουμε τις διαπραγματεύσεις για λύση, μέχρι να αλλάξει η κατάσταση στην Τουρκία. “Θα πρέπει να επιδιώξουμε τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων, να διαπραγματευτούμε σκληρά και διεκδικητικά, να επιχειρήσουμε να πετύχουμε συμφωνία η οποία εντάσσεται στο συμφωνημένο πλαίσιο, να βασίζεται στις αρχές λύσης και θα κρίνουμε από το αποτέλεσμα. Αν μας ικανοποιεί το περιεχόμενο θα πούμε ναι, αν δεν μας ικανοποιεί θα πούμε όχι”, κατέληξε.
ΔΗΣΥ: Τα μεγάλα οράματα δεν χωράνε σε μοιρασμένες πατρίδες
Τη θέση του ότι τα μεγάλα οράματα δεν χωράνε σε μοιρασμένες πατρίδες, εξέφρασε ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου, σημειώνοντας παράλληλα ότι μπορεί κάποιοι να βλέπουν το μέλλον με επιφύλαξη και σκεπτικισμό αλλά «εμείς επιλέγουμε να το βλέπουμε με αισιοδοξία και ελπίδα».
Ο κ. Νεοφύτου μιλούσε στο πλαίσιο της ολοήμερης συνεδρίας της Ολομέλειας της Βουλής των Αντιπροσώπων για τις εξελίξεις στο Κυπριακό.
«Με ρώτησε ο φίλος ο Νικόλας αν το κόμμα μου δέχεται την εκ περιτροπής προεδρία», είπε ο κ. Νεοφύτου. Ξέρω, πρόσθεσε, «μόνο σε μια καμπή της ιστορίας του Κυπριακού που ε/κ κοινότητα δέχθηκε την εκ περιτροπής προεδρία, όταν σε σχέδιο λύσης υπήρχε προεδρικό συμβούλιο».
«Υπάρχουν τα πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου - δεν ήσουν μέλος τότε - όταν στη σύνοψη που έκανε ο ίδιος ο μακαριστός Τάσσος Παπαδόπουλος στο μόνο θέμα που δεν ανέφερε για αλλαγή επί του σχεδίου Ανάν στα κείμενα που μετέφερε στον Πέντεργκαστ ο διπλωμάτης Τασος Τζιωνής, δεν άγγιξε καθόλου, το προεδρικό συμβούλιο και την εκ περιτροπής προεδρία».
Σε σχέση με τη θέση του ΔΗΣΥ και του Προέδρου της Δημοκρατίας, είπε ότι «η θέση μας είναι γνωστή παρά τη θέση της τουρκικής πλευράς και της τ/κ πλευράς, γι' αυτό και δεν είναι θέμα που είναι συμφωνημένο».
Αναφερόμενος στο κόστος του ομοσπονδιακού συστήματος, εκτίμησε ότι «το κόστος λειτουργίας χωρίς στρατούς και με αποστρατικοποιημένη την Κύπρο θα κοστίζει πολύ λιγότερο και θα έχουμε εξοικονομήσεις δεκάδων εκατομμυρίων», είπε.
«Ακούω να μιλούν κάποιοι καθημερινά για το κόστος της λύσης», είπε σε άλλο σημείο της ομιλίας του. Για μας, πρόσθεσε, «η επιστροφή εδαφών, η ανοικοδόμηση και η κατασκευή υποδομών δεν αποτελεί κόστος αλλά επένδυση. Μια επένδυση που θα προσφέρει ευκαιρίες και προοπτικές ανάπτυξης».
Πολλοί, συνέχισε ο Αβέρωφ Νεοφύτου, «βλέπουν το μέλλον με επιφύλαξη και σκεπτικισμό». Εμείς, είπε, «επιλέγουμε να το βλέπουμε με αισιοδοξία και ελπίδα».
«Έχουμε μεγάλα οράματα για τον τόπο μας και έχουμε την πεποίθηση ότι μεγάλα οράματα δεν χωράνε σε μοιρασμένες πατρίδες», σημείωσε.
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΔΗΣΥ, «είναι πάρα πολύ θετικό ότι μετά από 42 χρόνια είμαστε σε θέση να εξετάζουμε το ενδεχόμενο όλη η Κύπρος, ως ενιαίος και ασφαλής χώρος, να λειτουργήσει ξανά ως κοινή μας πατρίδα, αλλά και ειδικότερα σημαντικά εδάφη που χάθηκαν τότε με πόλεμο να μας επιστραφούν».
Αναφερόμενος στη δημόσια συζήτηση και το διάλογο που διεξάγεται, ο κ. Νεοφύτου είπε ότι «είναι καλό που υπάρχει διάλογος. Αρκεί ο διάλογος να γίνεται πάνω σε πραγματικά δεδομένα». Όχι όμως αυτοί που πολύ σωστά λένε ότι δεν πρέπει να εκβιάζουμε το λαό είναι με τις φοβίες και τους κινδύνους να τρομοκρατούν τον λαό, είπε. Θέλουμε να υπάρχει διαφάνεια και να ενημερωθεί πλήρως η κοινή γνώμη. Εξάλλου έτσι ακούγονται επιφυλάξεις, πρόσθεσε.
«Έχουμε και εμείς ανησυχίες. Ανησυχίες για το αύριο με τη λύση, αλλά και ανησυχίες για το αύριο χωρίς λύση που δεν άκουσα κανένα ν` αναφέρεται», είπε.
Θα είναι επωφελές, πρόσθεσε, «να προβληματιστούμε από κοινού και τελικά να δώσουμε στους πολίτες μια καθαρή εικόνα, στο μέτρο που προχωρά και το επιτρέπει η διαπραγμάτευση».
Εξάλλου, υπενθύμισε, «αυτές τις ώρες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα ενημερώσει ενδελεχώς τις ηγεσίες όλων των πολιτικών κομμάτων για τις τελευταίες εξελίξεις στη διαπραγμάτευση και για τον επικείμενο νέο γύρο στην Ελβετία».
Υπογράμμισε ότι «σε αντίθεση με προηγούμενες εμπειρίες που είχαμε, αυτή τη φορά η διαπραγμάτευση είναι 100% στα χέρια μας».
Και βέβαια, πρόσθεσε, «σε περίπτωση που υπάρξει τελική πολιτική συμφωνία, θα έχουμε επαρκή χρόνο πριν τις οριστικές αποφάσεις μας προκειμένου να ενημερωθούν με κάθε λεπτομέρεια και να διαφωτιστούν πλήρως οι πολίτες που θα έχουν και τον κυρίαρχο λόγο».
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου αναφέρθηκε στο δικοινοτικό χαρακτήρα της Κυπριακής Δημοκρατίας που ήταν κυρίαρχο και ουσιαστικό στοιχείο του ενιαίου κράτους του 1960.
«Εμείς όλοι που σωστά επικαλούμαστε και θέλουμε να διαφυλάξουμε την Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είμαστε προσεχτικοί και να μην την υποσκάπτουμε οι ίδιοι. Αμφισβητώντας τη δικοινοτικότητα είναι σαν να αμφισβητούμε άθελα μας το κράτος, αυτό που έχουμε ως προμετωπίδα του αγώνα μας».
Η Κυπριακή Δημοκρατία, υπενθύμισε, «είναι κράτος στο οποίο πρόεδρος και αντιπρόεδρος ρητά προέρχονται και εκλέγονται χωριστά από τις δυο κοινότητες. Ενώ για σκοπούς ελέγχου και ισορροπιών προβλέπεται το δικαίωμα αρνησικυρίας και των δύο, σε μια σειρά ζητημάτων». Είναι κράτος, πρόσθεσε, «με προκαθορισμένες κοινοτικές αριθμητικές αναλογίες, δυσανάλογες των πληθυσμιακών αναλογιών εις βάρος των Ελληνοκυπρίων».
Για τη στελέχωση των σωμάτων ασφαλείας, είπε, «40%, το ένα τρίτο της δημόσιας υπηρεσίας, ίσου αριθμού δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο και τη συμμετοχή ξένου δικαστή και μιλώ για την Κυπριακή Δημοκρατία και το Σύνταγμα του 1960».
«Το γεγονός ότι συζητούμε σήμερα τη μετάβαση από ενιαίο δικοινοτικό κράτος σε διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι αποτέλεσμα των εξελίξεων του 1974, του πολέμου και της στρατιωτικής κατάληψης εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας», ανέφερε ο κ. Νεοφύτου.
Πρόσθεσε ότι «η διζωνικότητα και το μοντέλο λύσης που έχουμε είναι το αποτέλεσμα των προσπαθειών μας για επίλυση του κυπριακού μετά το `74 και των δύο συμφωνιών υψηλού επιπέδου 1977 και 1979, οι οποίες όπως και η πολιτική ισότητα καταγράφηκαν και ενσωματώθηκαν σε όλα τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών».
«Και στον αγαπητό μου Νικόλα, όχι απλώς η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία βρίσκεται στα ψηφίσματα αλλά επιδίωξαν όλοι οι Πρόεδροι της ΚΔ να ενσωματωθούν». Αλλά, πρόσθεσε, και την 8η Ιουλίου το 2006 με Υπουργό τον φίλτατο Γιώργο (Λιλλήκα) «θα ήταν καλό αν σε εκείνο έγγραφο που υπάρχει από το 1960 υπογραμμένο από τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων, το μοναδικό, είναι η συμφωνία της 8ης Ιουλίου, αν θα συμπεριλαμβανόταν στην πρώτη πρόταση η συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Ο κ. Νεοφύτου σημείωσε παράλληλα ότι «πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι για δεκαετίες τώρα καταγγέλλαμε την Τουρκία ότι προσπαθούσε να ξεφεύγει από το συμφωνημένο πλαίσιο, δηλαδή τη Δικοινοτική Διζωνική Ομοσπονδία και απεργαζόταν δυο χωριστά κράτη ή συνομοσπονδία. Και προσπαθήσαμε πολύ και αναζητήσαμε και βρήκαμε συμμαχίες και στήριξη για να παραμείνει η προοπτική λύσης του Κυπριακού στο στόχο της ΔΔΟ».
Κάποιοι, συνέχισε ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, «συζητούν στη βάση του ότι `μια χαρά είμαστε τώρα και γιατί να ψάχνουμε αλλαγές και γιατί να διακινδυνεύσουμε την καθημερινότητά μας`». Εμείς, είπε, «δεν ξεχνούμε ότι υπάρχει κατοχή και πιστεύω ότι και το σύνολο των πολιτών και της πολιτικής ηγεσίας». Εμείς, πρόσθεσε, «δεν συμβιβαζόμαστε να χαρίσουμε τη μισή μας πατρίδα. Ούτε αποδεχόμαστε το status quo με 40,000 Τούρκους στρατιώτες».
«Κανείς δεν τον άκουσα να μιλά από το πρωί για την ανασφάλεια να ζω σε μια μοιρασμένη πατρίδα με 40.000 Τούρκους στρατιώτες, αλλά θα νοιώθουμε πολύ ανασφαλείς αν χρειαστούν έξι μήνες μέχρι την πλήρη και τελεσίδικη αποχώρηση και του τελευταίου στρατιώτη».
Σε αυτή τη φάση των διαπραγματεύσεων, είπε, «που βρίσκονται κοντά και σε μια κατάληξη έχουμε ακόμα κάτι καινούριο που προσωπικά το θεωρώ πολύ μεγάλης σημασίας για τη μελλοντική διασφάλιση της χώρας μας και για μια εύρυθμη λειτουργία που θα δημιουργήσει πρωτόγνωρες συνθήκες ευημερίας για όλους τους πολίτες».
Ο κ. Νεοφύτου ανέφερε ακόμη ότι «στη μέχρι τώρα διαπραγμάτευση προέκυψαν σημαντικά οφέλη για την ελληνική πλευρά και για την Κύπρο εν γένει και βελτίωση κάποιων αδυναμιών και ελλείψεων του κράτους του 1960, όπως είναι ο τρόπος εκλογής του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου και η εφαρμογή μηχανισμών επίλυσης διαφορών».
«Υπάρχει για πρώτη φορά συμφωνία επί της αρχής, ότι στην ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα ισχύουν οι βασικές ελευθερίες, όπως αυτές ορίζονται και στον ευρωπαϊκό χάρτη αξιών. Είναι πάρα πολύ σημαντικό ότι το εξασφαλίσαμε και δεν θεωρούμε ότι είναι κάτι που `δώσαμε`», είπε.
Αναφορά έκανε και στην πληθυσμιακή αναλογία 80% Ελληνοκύπριοι – 20% Τουρκοκύπριοι, «που αποτελεί μια μεγάλη επιτυχία». Ενώ και στη συνέχεια, πρόσθεσε, «θα ισχύει η πληθυσμιακή αναλογία 4:1, αποτρέποντας τη δημογραφική αλλοίωση».
«Σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας, της δραστηριότητας των ανθρώπων και της οικονομίας ιδιαίτερα, θα ισχύουν οι κοινοί κανόνες και όλες οι προδιαγραφές που έχουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση», είπε.




