Η στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων στην Κύπρο πριν από την Τουρκική εισβολή του 1974 σπάνια ερμηνεύεται μέσα από το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου της εποχής και την αντιπαλότητα ΗΠΑ - Σοβιετικής Ένωσης. Στο προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Έκθεση CIA 1965: Πώς η ΕΣΣΔ «έπαιζε» με Μακάριο-ΑΚΕΛ-Άγκυρα κατά της Ένωσης», παρουσιάστηκε ο τρόπος με τον οποίο η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών ερμήνευε τη σοβιετική στρατηγική στην κυπριακή κρίση. Ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι η ΕΣΣΔ επιδίωκε την αποδυνάμωση της συνοχής του ΝΑΤΟ και την αποτροπή της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Επίσης αναφέρεται πως η σοβιετική υποστήριξη προς την κυβέρνηση Μακαρίου και το ΑΚΕΛ προσέφερε εναλλακτική διεθνή στήριξη, χωρίς να υποδηλώνει συμπάθεια προς τους Ελληνοκυπρίους.
Ακολούθως θα παρουσιαστούν όσα στοιχεία εντοπίστηκαν από πρωτογενή Σοβιετικά αρχεία για την περίοδο 1960-1974 και αποκαλύπτουν τα ποσά της οικονομική στήριξης της Μόσχας προς το ΑΚΕΛ την επίμαχη περίοδο. Επίσης συμπεριλαμβάνονται και αρχεία για την υπόθεση μεταφοράς μυστικού οπλισμού προς την Κύπρου μετά από αίτημα του τότε ΓΓ του ΑΚΕΛ Εζεκία Παπαϊωάννου
Η έρευνα αφορά συγκεκριμένα εξι οικονομικές εγγραφές συνολικού ύψους 447.944 δολαρίων και ένα άκρως απόρρητο υπόμνημα του τότε επικεφαλής της KGB, Γιούρι Αντρόποφ. Τα έγγραφα δεν αφορούν όλα τον ίδιο μηχανισμό. Από τη μία βρίσκονται οι καταστάσεις του «Διεθνούς Συνδικαλιστικού Ταμείου Βοήθειας προς Αριστερές Εργατικές Οργανώσεις», που λειτουργούσε ως βιτρίνα της KGB, στις οποίες το ΑΚΕΛ εμφανίζεται ως αποδέκτης οικονομικής βοήθειας. Από την άλλη, βρίσκεται μια μυστική επιχείρηση της KGB για αποστολή οπλισμού στην Κύπρο, η οποία είχε εγκριθεί από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ το 1971 και, σύμφωνα με τον Αντρόποφ, ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 1974, πριν από το πραξικόπημα της Χούντας.
Τα έξι ποσά προς το ΑΚΕΛ
Τα οικονομικά ντοκουμέντα προέρχονται από το Ρωσικό Κρατικό Αρχείο Σύγχρονης Ιστορίας – RGANI και έχουν δημοσιευθεί στη ρωσική συλλογή «Ρωσία και Αφρική, 1961 – αρχές δεκαετίας 1970», που εκδόθηκε το 2021.
Στους πίνακες περιλαμβάνονται οργανώσεις και κόμματα από διάφορες χώρες και ανάμεσά τους εμφανίζεται και το ΑΚΕΛ. Η ίδια η έκδοση εξηγεί ότι το Ταμείο δημιουργείτο με σοβιετική πρωτοβουλία για οικονομική υποστήριξη κομμάτων, οργανώσεων και προσώπων που η ηγεσία της ΕΣΣΔ θεωρούσε «προοδευτικά» ή συμμάχους της στον Ψυχρό Πόλεμο.
Σημειώνεται πως οι αποφάσεις κατανομής λαμβάνονταν από το Διεθνές Τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ και εγκρίνονταν από το Πολιτικό Γραφείο και «η μεταφορά αυτών των κεφαλαίων ανατίθεται στην KGB (σύντροφος Αντρόποφ)». Το τμήμα λειτουργούσε ακριβώς ως κανάλι μέσω του οποίου η KGB εκτελούσε τις χρηματοδοτήσεις που αποφάσιζε η κομματική ηγεσία.
Με απλά λόγια η KGB αναλάμβανε την παράνομη παράδοση των μετρητών στους αποδέκτες, ώστε να αποφεύγεται η ανίχνευση από δυτικές υπηρεσίες, κάτι που επιβεβαιώνουν και μαρτυρίες Ρώσων αποστατών και άλλα αρχειακά υλικά.
Οι καταχωρίσεις-εμβάσματα που έχουν εντοπιστεί προς το ΑΚΕΛ είναι:
- 1961 – $56.000
- 1962 – $56.222
- 1963 – $56.000
- 1965 – $69.722
- 1966 – $70.000
- 1973 – $140.000
Σύνολο: $447.944.
Τα πιο πάνω είναι τα ποσά που καταγράφονται σε έξι διαφορετικούς ετήσιους απολογισμούς και όχι κατ' ανάγκην για το σύνολο της οικονομικής βοήθειας που μπορεί να εισέπραξε το ΑΚΕΛ σε ολόκληρη την περίοδο 1960-1974. Η έρευνα δεν επέτρεψε τον εντοπισμό όλων των ετών, ενώ είναι ενδεικτική η αύξουσα ποσότητα των χρημάτων με την πάροδο του χρόνου._1791120036.png)
Αυτούσια τα ρωσικά αρχεία
Για το 1961, το υπόμνημα του Μπορίς Πονομαριόφ προς την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ έχει ημερομηνία 1η Νοεμβρίου 1961. Στην κατάσταση των δικαιούχων αναγράφεται η «Προοδευτική Παράταξη του Εργαζόμενου Λαού της Κύπρου» με 56.000 δολάρια.

Έναν χρόνο αργότερα, το υπόμνημα της 3ης Νοεμβρίου 1962 καταγράφει το ΑΚΕΛ ονομαστικά με 56.222 δολάρια.

Για το 1963, το έγγραφο του Πονομαριόφ φέρει ημερομηνία 28 Δεκεμβρίου και σημειώνεται το ποσό των 56.000 δολαρίων.

Ακολουθεί το 1965, με έγγραφο της 16ης Δεκεμβρίου και η καταχώριση των 69.722 δολαρίων που είναι σημαντική, καθώς διευρύνει τη μέχρι τότε εντοπισμένη ακολουθία χρηματοδοτήσεων.

Το επόμενο έγγραφο αφορά το 1966 και έχει ημερομηνία 26 Δεκεμβρίου ενώ στον κατάλογο εμφανίζεται βοήθεια 70.000 δολαρίων προς την «Προοδευτική Παράταξη του Εργαζόμενου Λαού της Κύπρου».
Η μεγαλύτερη από τις έξι καταχωρίσεις εμφανίζεται το 1973. Στον απολογισμό της 17ης Δεκεμβρίου το ΑΚΕΛ βρίσκεται στον αριθμό 25 του σχετικού πίνακα με 140.000 δολάρια.

Έχει ενδιαφέρον πως έγγραφο του 1961 αναφέρει ότι εκείνη τη χρονιά το Ταμείο ανερχόταν συνολικά σε 10,64 εκατ. δολάρια και σχηματιζόταν από εισφορές περισσότερων κομμουνιστικών κομμάτων. Η μεγαλύτερη εισφορά προερχόταν από το ΚΚΣΕ, ενώ συμμετείχαν επίσης το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και κόμματα της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας.
Από τα δολάρια στα όπλα – Η απόφαση του 1971
Εκτός από την χρημαροδότηση υπήρχαν μάλιστα και συνομιλίες για αποστολή οπλισμού στην Κύπρο μέσω «των φίλων».
Πρόκειται για το υπόμνημα με ημερομηνία 8 Ιουλίου 1974, που φέρει την υπογραφή του Γιούρι Αντρόποφ ως προέδρου της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της ΕΣΣΔ - της KGB.
Το έγγραφο ξεκινά με αναφορά σε προηγούμενη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ της 19ης Ιουλίου 1971.
Σύμφωνα με το υπόμνημα Αντρόποφ, με εκείνη την απόφαση είχε δοθεί εντολή στην KGB να παραδώσει παράνομα και συνωμοτικά στους «Κύπριους φίλους» μια παρτίδα πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών.

Ο κατάλογος του Bukovsky Archive καταγράφει επίσης την απόφαση της 19ης Ιουλίου 1971 (παραπομπή 61) ως υπόθεση «special assistance» προς το «Προοδευικό Κόμμα των Εργατών» της Κύπρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα αποκάλυψε το ΡΙΚ1 το 2000. Τότε ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Κώστας Παπακώστας, που υπηρετούσε στη φρουρά του Μακαρίου, είπε ότι τα όπλα ήρθαν με την έγκριση του Αρχιεπισκόπου, επειδή ο ΟΗΕ μπλόκαρε επίσημες αγορές, και ότι ο ίδιος είχε εφοδιαστεί με Walther τον Ιούλιο του 1974. Στα επόμενα χρόνια υπήρξε σχετική αρθρογραφία στην Σημερινή και άλλες εφημερίδες.
Ο Παπαϊωάννου ζήτησε αρχικά να αναβληθεί
Σε κάθε περίπτωση, το πιο πάνω υπόμνημα του 1974 προσθέτει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.
Η KGB, γράφει ο Αντρόποφ, ήταν έτοιμη να πραγματοποιήσει την επιχείρηση «ανά πάσα στιγμή». Ωστόσο, κατόπιν αιτήματος του Γενικού Γραμματέα του ΑΚΕΛ Εζεκία Παπαϊωάννου, η επιχείρηση αναβλήθηκε.
Το έγγραφο δεν εξηγεί γιατί ο Παπαϊωάννου ζήτησε τότε την αναβολή. Υπενθυμίζεται ότι ο Γεώργιος Γρίβας αποβιβάζεται κρυφά στην Κύπρο στις 31 Αυγούστου 1971 και ιδρύει την ΕΟΚΑ Β΄, με στόχο να πιέσει ή να ανατρέψει τον Μακάριο υπέρ της Ένωσης. Όταν ο Παπαϊωάννου ζήτησε αναβολή, η οργάνωση δεν είχε ακόμη ξεκινήσει συστηματική ένοπλη δράση. Επομένως μια παράνομη παράδοση όπλων εκείνη τη στιγμή θα ήταν πολιτικά επικίνδυνη, χωρίς άμεση επιχειρησιακή ανάγκη.
Τρία χρόνια αργότερα, όμως, η κατάσταση είχε αλλάξει δραματικά.
Τον Ιούνιο του 1974, εν μέσω της απότομης επιδείνωσης της πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο, ο Παπαϊωάννου επανήλθε, σύμφωνα πάντα με την αναφορά Αντρόποφ, με επείγον αίτημα για την παράδοση των όπλων.
Το υπόμνημα αναφέρει ως σκοπό την προσωπική φρούρηση και προστασία της ηγεσίας του ΑΚΕΛ και άλλων «προοδευτικών κρατικών και πολιτικών παραγόντων» από προκλήσεις και τρομοκρατία της ΕΟΚΑ Β΄.
Πάντως ο Μακάριος δεν κατονομάζεται στο συγκεκριμένο έγγραφο.
100 Walther και 25.000 φυσίγγια
Ο Αντρόποφ ενημερώνει την Κεντρική Επιτροπή ότι, λαμβάνοντας υπόψη το αίτημα του Παπαϊωάννου, η KGB στις 13 Ιουνίου 1974 μετέφερε παράνομα στην Κύπρο τα όπλα.
Η χειρόγραφη συμπλήρωση στο έγγραφο προσδιορίζει την παρτίδα: 100 πιστόλια «Walther» και 25.000 φυσίγγια γι' αυτά.
Επιπλέον, σύμφωνα με την ενημέρωση του Αντρόποπ στις 4 Ιουλίου 1974, τα όπλα «παραδόθηκαν συνωμοτικά στους φίλους», χωρίς αυτοί να κατονομάζονται.
Μακάριος: Μυστική αγορά τσεχοσλοβακικών όπλων για αντιμετώπιση Γρίβα
Μεταγενέστερα αφηγήματα έχουν συνδέσει την πιο πάνω υπόθεση με την προστασία του Μακαρίου και με μηχανισμούς ασφαλείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το έγγραφο αυτό δεν μπορει να υποστηρίξει πλήρως την πιο πάνω υπόθεση αν και είναι γνωστή ιστορικά η υπόθεση με τα τσεχικα όπλα.
Σύμφωνα με αμερικανικό τηλεγράφημα πληροφοριών της 4ης Φεβρουαρίου 1972, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος αποκάλυψε σε στενούς συνεργάτες του ότι η κυπριακή κυβέρνηση είχε αγοράσει μυστικά όπλα από την Τσεχοσλοβακία. Όπως ανέφερε, ο οπλισμός προοριζόταν για την κυπριακή Αστυνομία, ώστε να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες ένοπλες ενέργειες ομάδων πιστών στον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα.
Τα όπλα έφθασαν διά θαλάσσης στα τέλη Ιανουαρίου 1972, εκφορτώθηκαν στην περιοχή του Ξερού και μεταφέρθηκαν με περίπου 50 φορτηγά στην Αρχιεπισκοπή στη Λευκωσία, υπό συνθήκες απόλυτης μυστικότητας. Ο Μακάριος φέρεται να προσδιόρισε το κόστος στις 500.000 λίρες στερλίνες, περίπου 1,3 εκατ. δολάρια, ενώ άλλη αμερικανική πληροφορία έκανε λόγο για ποσό άνω των 600.000 λιρών.
Το έγγραφο σημειώνει ότι η αγορά ήταν αντίστοιχη, ως προς το είδος και την ποσότητα, με την τσεχοσλοβακική προμήθεια του 1966, η οποία περιλάμβανε μεταξύ άλλων 1.500 τυφέκια, 700 υποπολυβόλα, 140 ελαφρά και βαρέα πολυβόλα, 30 αντιαρματικά και 30 όλμους των 82 χιλιοστών, μαζί με 2,5 εκατ. φυσίγγια. Ωστόσο, δεν καταγράφεται ότι το φορτίο του 1972 είχε ακριβώς την ίδια σύνθεση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πληροφορία ότι, σύμφωνα με πηγή που επικαλείτο μονάδα της ελληνικής ΚΥΠ στην Κύπρο, το ζήτημα αγοράς όπλων από το ανατολικό μπλοκ είχε τεθεί μετά την επιστροφή του Μακαρίου από τη Μόσχα τον Ιούνιο του 1971 και επανήλθε με το ταξίδι του Βάσου Λυσσαρίδη στην Τσεχοσλοβακία τον Οκτώβριο του 1971. Η ίδια πηγή εκτιμούσε ότι ο Λυσσαρίδης είχε αναλάβει να διευθετήσει τις λεπτομέρειες της αγοράς.
Κατά την εκτίμηση της πηγής, ο Μακάριος στράφηκε στον συγκεκριμένο εξοπλισμό λόγω της ρήξης και της αβεβαιότητας στις σχέσεις του με την ελληνική κυβέρνηση, των αμφιβολιών του για την πλήρη αφοσίωση της Εθνικής Φρουράς και της έντασης που είχε δημιουργήσει στο εσωτερικό της Κύπρου η επιστροφή του Γρίβα.
Τι γνωρίζουμε πλέον από τα σοβιετικά αρχεία
Η εικόνα που προκύπτει από τα μέχρι σήμερα ψηφιακά διαθέσιμα σοβιετικά αρχεία είναι πλέον αρκετά συγκεκριμένη.
Με βάση τα στοιχεία τεκμηριώνεται πως το ΑΚΕΛ εμφανίζεται ως αποδέκτης τουλάχιστον 447.944 δολαρίων σε έξι συγκεκριμένα έτη μεταξύ 1961 και 1973. Τα χρήματα καταγράφονται στο διεθνές Ταμείο βοήθειας αριστερών οργανώσεων.
Στην περίπτωση του οπλισμού η εμπλοκή της KGB είναι άμεση και καταγεγραμμένη από τον ίδιο τον Αντρόποφ. Η υπηρεσία αναφέρει ότι ενήργησε βάσει απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, ότι η επιχείρηση αναβλήθηκε αρχικά κατόπιν αιτήματος του Εζεκία Παπαϊωάννου, ότι επανενεργοποιήθηκε μετά από νέο επείγον αίτημά του και ότι 100 Walther με 25.000 φυσίγγια μεταφέρθηκαν μυστικά στην Κύπρο στις 13 Ιουνίου 1974 και παραδόθηκαν στις 4 Ιουλίου.



