Το χθεσινό δημοσίευμα της Independent με πληροφορίες για προσχέδιο της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, αλλά και ο διορισμός Ειδικής Απεσταλμένης της ΕΕ για το Κυπριακό άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση γύρω από το Κυπριακό. Το δημοσίευμα κάνει λόγο για ιδέες που φέρονται να περιλαμβάνουν μια πιο χαλαρή μορφή ομοσπονδίας, περιορισμένες κοινές αρμοδιότητες, εναλλασσόμενο προεδρικό συμβούλιο, μεταβατική περίοδο και αντικατάσταση του υφιστάμενου συστήματος εγγυήσεων.

Η Κυβέρνηση αντέδρασε άμεσα μέσα στο άρθρο, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται για επίσημη πρόταση του ΟΗΕ αλλά για δημοσιογραφικές πληροφορίες και εικασίες, υπογραμμίζοντας ότι καμία τέτοια πρόταση δεν έχει τεθεί ενώπιον της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ωστόσο, πέρα από την κυβερνητική τοποθέτηση, προκαλεί εντύπωση η απουσία δημόσιας επίσημης αντίδρασης από τα περισσότερα πολιτικά κόμματα.

Ακόμη κι αν πρόκειται για πληροφορίες που δεν έχουν επιβεβαιωθεί, όταν αυτές αφορούν πιθανές αλλαγές στη μορφή της λύσης του Κυπριακού, θα ανέμενε κανείς, τουλάχιστον, μια πρώτη πολιτική αξιολόγηση ή μια δήλωση επιφύλαξης μέχρι να υπάρξει επίσημη ενημέρωση.

Η σιωπή αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα.

  • Θεωρούν τα κόμματα ότι το δημοσίευμα δεν είναι αρκετά αξιόπιστο ώστε να σχολιαστεί;
  • Επιλέγουν να περιμένουν επίσημη ενημέρωση από τα Ηνωμένα Έθνη ή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας;
  • Δεν επιθυμούν να τοποθετηθούν προτού διαμορφωθεί το πολιτικό σκηνικό;
  • Γνωρίζουν ότι το δημοσίευμα ισχύει και περιένουν να αναλάβει ευθύνες η Κυβέρνηση;
  • Ή μήπως το Κυπριακό έχει πάψει να αποτελεί πεδίο άμεσης πολιτικής αντιπαράθεσης, με αποτέλεσμα να προτιμάται η αναμονή αντί της δημόσιας παρέμβασης;

Προφανώς, κανένα κόμμα δεν είναι υποχρεωμένο να σχολιάζει κάθε δημοσίευμα του διεθνούς Τύπου. Από την άλλη, όταν οι πληροφορίες αφορούν το κορυφαίο εθνικό ζήτημα και περιγράφουν ένα πιθανό νέο πλαίσιο λύσης, η δημόσια συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Γιατί, όταν το αντικείμενο της συζήτησης είναι το μέλλον της Κύπρου, η δημόσια σιωπή δύσκολα περνά απαρατήρητη. Και όσο παραμένει, τόσο εντονότερα τίθενται τα ερωτήματα για το κατά πόσο το πολιτικό σύστημα παρακολουθεί ενεργά τις εξελίξεις ή απλώς περιμένει να διαμορφωθούν από άλλους.