Σε μετωπική σύγκρουση με την ΕΕ οδεύει η Ελβετία, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για τη μετανάστευση.
Η Ελβετία πρόκειται να λάβει πολύ σύντομα μέτρα για να μειώσει την εισροή μεταναστών στη χώρα, γεγονός που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ισχύουσα συμφωνία με την ΕΕ, όπως ανακοίνωσε η κυβέρνηση της χώρας, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, που διεξήχθη με πρωτοβουλία ενός ακροδεξιού κόμματος και στο οποίο το «ΝΑΙ» κέρδισε με οριακή πλειοψηφία.
Το αποτέλεσμα αυτό «αντίκειται στην αρχή της ελεύθερης μετακίνησης προσώπων ανάμεσα στην ΕΕ και στην Ελβετία» αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και προειδοποιεί ότι θα εξετάσει τις συνέπειες της πρωτοβουλίας αυτής στο σύνολο των σχέσεων των κρατών μελών της με τη Βέρνη.
Η πρόταση, που έθεσε σε δημοψήφισμα το ακροδεξιό Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα (SVP), υποστηρίχθηκε από το 50,3% των εκλογέων και πάνω από τα μισά καντόνια της ομοσπονδίας.
Το αποτέλεσμα έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για την κυβέρνηση.
Η πρωτοβουλία αντανακλά τα αισθήματα μεγάλου μέρους του πληθυσμού, που θεωρεί ότι οι μετανάστες επιβαρύνουν τις δημόσιες υποδομές της Ελβετίας, όπως και την αγορά στέγης και εργασίας.
Σημειώνεται ότι ο ρυθμός της μετανάστευσης, σε ποσοστό 20%, προς την Ελβετία είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη.
Σχεδόν η μία στις τρεις θέσεις εργασίας στην Ελβετία εξαρτάται άμεσα από το διμερές εμπόριο με την ΕΕ, όπου κατευθύνεται επίσης το ένα τρίτο των ελβετικών εξαγωγών. Σχεδόν τα τρία τέταρτα των μεταναστών προέρχονται από χώρες μέλη της ΕΕ.
Η Ελβετία, μια χώρα 8 εκατομμυρίων κατοίκων περικυκλωμένη από χώρες της ΕΕ, δεν ανήκει στην Ένωση.
Έχει όμως υπογράψει διμερείς συμφωνίες, μετά από πενταετή διαπραγμάτευση, αποδεχόμενη να ανοίξει την αγορά εργασίας της στα 500 εκατομμύρια των κατοίκων της ΕΕ.
Όταν τέθηκε σε ισχύ το σύμφωνο ελεύθερης κυκλοφορίας, κάτι που έγινε σταδιακά από το 2002, οι ελβετικές αρχές είχαν ανακοινώσει ότι οι αφίξεις μεταναστών έφταναν το πολύ τις 8.000 ετησίως.
Σήμερα, ωστόσο, η Ελβετία υποδέχεται κάθε χρόνο 80.000 ξένους εργαζόμενους.
Τα περισσότερα πολιτικά κόμματα και οι ενώσεις των επιχειρηματιών, όπως και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, είχαν προειδοποιήσει ότι η επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας Ελβετίας- ΕΕ για το μεταναστευτικό θα ωθήσει τις Βρυξέλλες να επανεξετάσουν το σύνολο των διμερών σχέσεων.
Ο πρόεδρος της Ελβετίας, Ντιντιέ Μπουρκχάλτερ, είπε ότι η κυβέρνηση πρέπει να αναζητήσει μια λύση που είναι αποδεκτή για την ΕΕ. «Πρέπει να βρούμε έναν δρόμο τώρα. Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να διευθετήσουμε αυτή την κατάσταση;», διερωτήθηκε.
Στο Βερολίνο, η κυβέρνηση εξέφρασε την «λύπη» της για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, δια του υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος εκτίμησε ότι αυτό θα «δημιουργήσει πολυάριθμες δυσκολίες σε πολλούς τομείς » για την Ελβετία.
Εκτίμησε, εξάλλου, ότι το αποτέλεσμα «δείχνει σε ένα βαθμό, φυσικά, ότι στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης, ο κόσμος αντιμετωπίζει όλο και πιο αρνητικά την πλήρη ελευθερία μετακίνησης».
Τη λύπη της για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Ελβετία, εξέφρασε και η Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ.
Σε σχετική ανακοίνωση του ελληνικού ΥΠΕΞ αναφέρεται ότι η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, συνιστά ουσιώδη Αρχή του Ευρωπαϊκού Σχεδίου και θεμελιώδες δικαίωμα όλων των πολιτών της, Ελβετών και υπηκόων κρατών-μελών της ΕΕ, το οποίο θα πρέπει να διατηρηθεί και να προωθηθεί.
Η ΕΕ, υποδεικνύει, θα πρέπει να εξετάσει τις συνέπειες του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος και είναι έτοιμη να εργαστεί από κοινού με την κυβέρνηση της Ελβετικής Ομοσπονδίας, με σκοπό να βρεθούν τρόποι αντιμετώπισης των ζητημάτων που εγείρονται, από εδώ και στο εξής.




