Η Μπανγκόκ, πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης, τέθηκε σε δίμηνη κατάσταση έκτακτης ανάγκης, καθώς η κυβέρνηση αυξάνει τα μέτρα ασφαλείας απέναντι στους διαδηλωτές, που προσπαθούν να εκδιώξουν την πρωθυπουργό, Γινγκλουκ Σιναουάτρα, απειλώντας να «διαταράξουν» τις εκλογές, που θα διεξαχθούν στις αρχές του επόμενου μήνα.
Η απόφαση για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία καλύπτει τη Μπανγκόκ και τις γύρω επαρχίες, επιτρέπει στις υπηρεσίες ασφαλείας να επιβάλουν απαγόρευση της κυκλοφορίας, την κράτηση υπόπτων, χωρίς απαγγελία κατηγορίας, να λογοκρίνουν τα ΜΜΕ και να απαγορεύσουν τις πολιτικές συγκεντρώσεις άνω των πέντε ατόμων.
Η κυβέρνηση, με την απόφασή της, προσπαθεί να αποτρέψει την κλιμάκωση της βίας, μετά και από τη φονική ρίψη χειροβομβίδας εναντίον διαδηλωτών το περασμένο Σαββατοκύριακο.
Οι διαμαρτυρίες και οι διαδηλώσεις των προηγούμενων μηνών είναι το τελευταίο επεισόδιο σε μια πολιτική σύγκρουση, που κρατά περισσότερα από οκτώ χρόνια.
Αντίπαλοι είναι τα πλουσιότερα βασιλικά στρώματα της κοινωνίας και οι οπαδοί της αποκαλούμενης προνομιούχας μεσαίας τάξης, κατά των φτωχότερων ομάδων-υποστηρικτών της πρωθυπουργού Γινγκλούκ και του αδελφού της, πρώην πρωθυπουργού, Τακσίν Σιναουάτρα, ο οποίος ανατράπηκε από τον στρατό το 2006.
Η Γινγκλούκ έχει προκηρύξει εκλογές για τις 2 Φεβρουαρίου, τις οποίες είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κερδίσει, αν και η αντιπολίτευση σκοπεύει να τις μποϊκοτάρει.
Η Εκλογική Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει σήμερα τη λήψη απόφασης από το Συνταγματικό Δικαστήριο για το κατά πόσον μπορεί να καθυστερήσει την ψηφοφορία.
Κι αυτό διότι η επιτροπή ανησυχεί σχετικά με πιθανή έξαρση της βίας την ημέρα των εκλογών, ενώ αναφέρει ότι οι διαδηλώσεις έχουν εμποδίσει ορισμένους υποψηφίους να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους.




