Τα ισχύοντα σήμερα στην ΕΕ σε σχέση με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων,αλλά και τις προϋποθέσεις για την πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές στη χώρα διαμονής, αναλύει η Κομισιόν σε ενημερωτικό σημείωμα που δημοσιοποίησε σήμερα.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η δυνατότητα να ζεις, να εργάζεσαι και να σπουδάζεις οπουδήποτε στην Ένωση, είναι το δικαίωμα που οι πολίτες της ΕΕ θεωρούν ανεκτίμητο. Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι πολίτες της ΕΕ κάνουν χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας είναι η εργασία και ακολουθούν οι οικογενειακοί λόγοι.

Η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών, που θεμελιώνεται στις Συνθήκες της ΕΕ, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ενιαίας αγοράς και κομβικό στοιχείο της επιτυχίας της. Λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη της οικονομικής μεγέθυνσης, αφού δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ταξιδεύουν από τη μια χώρα στην άλλη και να κάνουν ελεύθερα τις αγορές τους χωρίς σύνορα. Επίσης, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων ωφελεί όχι μόνο τους ίδιους τους διακινούμενους εργαζομένους αλλά και τις οικονομίες των κρατών μελών, επιτρέποντας επαρκή αντιστοίχιση δεξιοτήτων και κενών θέσεων εργασίας στην αγορά εργασίας της ΕΕ. Παρά την οικονομική κρίση, σήμερα περίπου δύο εκατομμύρια θέσεις εργασίας μένουν κενές στην ΕΕ, αναφέρει η Κομισιόν.

Σε ανακοίνωση για την ελεύθερη κυκλοφορία, που δημοσίευσε στις Νοεμβρίου 2013 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπογραμμίζει την κοινή ευθύνη των κρατών μελών και των οργάνων της ΕΕ για τη διαφύλαξη του δικαιώματος των πολιτών της ΕΕ για ζωή και εργασία σε άλλη χώρα της ΕΕ και περιγράφει συγκεκριμένες ενέργειες που υποστηρίζουν τις προσπάθειες των κρατών μελών προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά και τα βοηθούν να ωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα της κινητικότητας αυτής. Το έγγραφο πολιτικής αποσαφηνίζει τα δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ για ελεύθερη κυκλοφορία και πρόσβαση στις κοινωνικές παροχές και απαντά στις ανησυχίες που εγείρουν ορισμένα κράτη μέλη σε σχέση με τις προκλήσεις που μπορεί συνεπάγεται η κινητικότητα για την τοπική αυτοδιοίκηση.

Οπως επισημαίνει η Επιτροπή, οι εργαζόμενοι της ΕΕ κάνουν χρήση του δικαιώματος για εργασία σε άλλο κράτος μέλος από τη δεκαετία του 1960, ενώ ο κανονισμός 492/2011 αναφέρει αναλυτικά τα δικαιώματα των εργαζομένων στην ελεύθερη κυκλοφορία και καθορίζει ειδικούς τομείς όπου οι διακρίσεις για λόγους ιθαγένειας απαγορεύονται, ειδικότερα όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, τους όρους απασχόλησης, τα κοινωνικά και φορολογικά πλεονεκτήματα, την πρόσβαση στην επιμόρφωση, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, τη στέγαση και την πρόσβαση στην εκπαίδευση για τα παιδιά.

Η ελεύθερη κυκλοφορία επιτρέπει σε κάθε πολίτης της ΕΕ να διαμένει στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους έως τρεις μήνες χωρίς προϋποθέσεις ή διατυπώσεις.

Μετά τους τρεις πρώτους μήνες, το δικαίωμα των πολιτών της ΕΕ στη διαμονή για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις, ανάλογα με το καθεστώς τους στο κράτος μέλος υποδοχής της ΕΕ:

-Οι μισθωτοί και οι αυτοαπασχολούμενοι, καθώς και τα άμεσα μέλη της οικογένειάς τους, έχουν το δικαίωμα διαμονής χωρίς όρους.

-Όσοι αναζητούν εργασία έχουν το δικαίωμα διαμονής χωρίς όρους για περίοδο έξι μηνών και ακόμα μεγαλύτερη, αν συνεχίζουν να αναζητούν εργασία στο κράτος μέλος υποδοχής της ΕΕ και έχουν «πραγματικές πιθανότητες» να βρουν δουλειά. Οι αναζητούντες εργασία μπορούν να εξάγουν τις παροχές ανεργίας από το κράτος μέλος προέλευσης για ελάχιστη περίοδο τριών μηνών εφόσον αναζητούν εργασία σε άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εγγραφεί στο μητρώο ανέργων του κράτους μέλους προέλευσης.

-Οι σπουδαστές και άλλοι μη ενεργοί οικονομικά πολίτες (π.χ. άνεργοι, συνταξιούχοι κ.λπ.) έχουν το δικαίωμα σε διαμονή για περίοδο μεγαλύτερη των τριών μηνών, αν διαθέτουν για τους ίδιους και την οικογένειά τους επαρκή οικονομικά μέσα, έτσι ώστε να μην αποτελούν βάρος για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του κράτους μέλους υποδοχής της ΕΕ, καθώς και ασφάλιση υγείας.

Μετά τα πέντε έτη συνεχούς νόμιμης διαμονής, οι πολίτες της ΕΕ και τα μέλη της οικογένειάς τους αποκτούν το δικαίωμα διαμονής σε συνεχή βάση στο κράτος μέλος υποδοχής της ΕΕ. Μόλις το αποκτήσουν, το δικαίωμα αυτό δεν υπόκειται πλέον στις προϋποθέσεις που εφαρμόζονταν τα πέντε προηγούμενα έτη.

Αναφορικά με την κοινωνική πρόνοια, συνίσταται σε «παροχή στοιχειώδους διαβίωσης» και πρόκειται στην ουσία για παροχές που χορηγούνται για την κάλυψη των ελάχιστων εξόδων διαβίωσης ή για βοήθημα που καταβάλλεται σε ειδικές περιστάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου. Οι πολίτες της ΕΕ που διαμένουν νόμιμα σε άλλη χώρα της ΕΕ πρέπει να έχουν ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς. Χάρη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, έχουν γενικά το δικαίωμα σε παροχές όπως και σε κοινωνικά και φορολογικά πλεονεκτήματα, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής πρόνοιας, με τον ίδιο τρόπο όπως και οι ημεδαποί της χώρας στην οποία διαμένουν.

Ωστόσο, η νομοθεσία της ΕΕ προβλέπει διασφαλίσεις όσον αφορά την πρόσβαση των οικονομικά μη ενεργών διακινούμενων πολιτών της ΕΕ στην κοινωνική πρόνοια, ώστε να μην επιβαρύνονται τα κράτη μέλη υποδοχής από παράλογες οικονομικές επιβαρύνσεις.

Ειδικότερα, τους τρεις πρώτους μήνες το κράτος μέλος υποδοχής της ΕΕ δεν είναι υποχρεωμένο από τη νομοθεσία της ΕΕ να χορηγεί παροχές κοινωνικής πρόνοιας σε μη ενεργούς οικονομικά πολίτες της ΕΕ στη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών διαμονής.

Μεταξύ τριών μηνών και πέντε ετών οι μη ενεργοί οικονομικά πολίτες της ΕΕ είναι στην πράξη απίθανο να είναι επιλέξιμοι για παροχές κοινωνικής πρόνοιας, αφού για να αποκτήσουν το δικαίωμα διαμονής θα έπρεπε αρχικά να αποδείξουν στις εθνικές αρχές ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους (βλέπε ανωτέρω). Αν υποβάλουν αίτηση για παροχές κοινωνικής πρόνοιας, για παράδειγμα επειδή στη συνέχεια επιδεινώθηκε η οικονομική τους κατάσταση, το αίτημά τους πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με το δικαίωμά τους για ίση μεταχείριση. Αλλά και στο σημείο αυτό, η νομοθεσία της ΕΕ παρέχει διασφαλίσεις.

Πρώτον, σε ειδικές περιπτώσεις, η διεκδίκηση παροχών κοινωνικής πρόνοιας μπορεί να εγείρει εύλογες αμφιβολίες εκ μέρους των εθνικών αρχών για το ότι το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να συνεπάγεται υπερβολική επιβάρυνση για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.

Επιπλέον, το κράτος μέλος μπορεί να χορηγήσει ένα κοινωνικό βοήθημα ή ειδική μη ανταποδοτική παροχή υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω πολίτης ικανοποιεί τις απαιτήσεις για την απόκτηση νόμιμου δικαιώματος διαμονής για περίοδο μεγαλύτερη των τριών μηνών. Ωστόσο, το κράτος μέλος δεν μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση αυτών των παροχών αυτόματα σε μη ενεργούς οικονομικά πολίτες της ΕΕ ούτε μπορεί αυτόματα να θεωρηθεί ότι δεν έχουν επαρκείς πόρους και ότι, συνεπώς, δεν έχουν το δικαίωμα διαμονής.

Οι εθνικές αρχές θα πρέπει να αξιολογήσουν την ατομική κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη πολλούς παράγοντες (ποσό, διάρκεια, προσωρινή φύση των δυσκολιών, συνολική έκταση της επιβάρυνσης για το σύστημα εθνικής πρόνοιας).

Αν, βάσει αυτής της εξατομικευμένης εκτίμησης, οι αρχές συμπεράνουν ότι τα εν λόγω πρόσωπα συνεπάγονται υπερβολική επιβάρυνση, τότε ενδέχεται να τερματιστεί το δικαίωμα διαμονής τους.

Μετά τα πέντε έτη, οι πολίτες της ΕΕ που απέκτησαν το δικαίωμα μόνιμης διαμονής έχουν δικαίωμα στην κοινωνική πρόνοια με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους ημεδαπούς του κράτους μέλους υποδοχής της ΕΕ. Δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ.

Στις τυπικές παροχές κοινωνικής ασφάλισης περιλαμβάνονται η σύνταξη γήρατος, η σύνταξη επιζώντος, οι παροχές αναπηρίας, οι παροχές ασθένειας, το επίδομα τέκνου, τα επιδόματα ανεργίας, τα οικογενειακά επιδόματα ή η υγειονομική περίθαλψη.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους δικούς τους κανόνες σε ό,τι αφορά την κοινωνική ασφάλιση ανάλογα με τις δικές τους συνθήκες. Η ΕΕ συντονίζει τους κανόνες κοινωνικής ασφάλισης μόνον στον βαθμό που είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί ότι οι πολίτες της ΕΕ δεν χάνουν τα δικαιώματά τους κοινωνικής ασφάλισης όταν μετακινούνται στην ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι οι νόμοι της χώρας υποδοχής προσδιορίζουν ποιες παροχές χορηγούνται, με ποιες προϋποθέσεις (π.χ. αν λαμβάνεται υπόψη η περίοδος εργασίας), για ποιο χρονικό διάστημα και ποιο είναι το ύψος του καταβαλλόμενου ποσού. Ανάλογα, συνεπώς, με τη χώρα, διαφέρει και η θεμελίωση του δικαιώματος στις παροχές.

Οι εργαζόμενοι —μισθωτοί ή αυτοαπασχολούμενοι— και τα εξαρτώμενα από αυτούς πρόσωπα καλύπτονται από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της χώρας υποδοχής με τους ίδιους όρους που ισχύουν και για τους ημεδαπούς- διότι συνεισφέρουν, όπως όλοι οι άλλοι ημεδαποί εργαζόμενοι, με τις εισφορές και τους φόρους που καταβάλλουν στα δημόσια ταμεία από τα οποία χρηματοδοτούνται οι παροχές.

Για τους διακινούμενους πολίτες της ΕΕ που δεν εργάζονται στο κράτος μέλος υποδοχής, ο κανόνας του καθεστώτος απασχόλησης δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφού, εξ ορισμού, δεν υπάρχει χώρα στην οποία να εργάζονται τα πρόσωπα αυτά. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, το κράτος μέλος διαμονής είναι αρμόδιο για την κάλυψη από την κοινωνική ασφάλιση μόνον όταν οι πολίτες αυτοί περάσουν από αυστηρή δοκιμασία συνήθους διαμονής, ώστε να αποδεικνύεται ότι έχουν αληθινό δεσμό με το εν λόγω κράτος μέλος. Τα αυστηρά κριτήρια για τη δοκιμασία αυτή εξασφαλίζουν ότι οι πολίτες που δεν εργάζονται μπορούν να έχουν πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση σε άλλο κράτος μέλος, αν έχουν πραγματικά μετατοπίσει το κέντρο των συμφερόντων τους στο εν λόγω κράτος (για παράδειγμα, η οικογένειά τους ζει εκεί).

Μελέτη της Κομισιόν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι:

-η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών της ΕΕ, που πηγαίνουν σε άλλη χώρα της ΕΕ μετακινούνται για να εργαστούν, ενώ τα ποσοστά δραστηριότητας γι’ αυτήν την κατηγορία διακινούμενων πολιτών της ΕΕ έχουν αυξηθεί τα τελευταία επτά χρόνια,

-οι διακινούμενοι πολίτες της ΕΕ είναι, κατά μέσο όρο, πιθανότερο να έχουν εργασία σε σχέση με τους ημεδαπούς της χώρας υποδοχής (εν μέρει διότι περισσότεροι διακινούμενοι πολίτες της ΕΕ παρά ημεδαποί εμπίπτουν στην ηλικιακή ομάδα των 15-64 ετών),

-οι μη ενεργοί οικονομικά διακινούμενοι πολίτες της ΕΕ αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό μερίδιο του συνολικού πληθυσμού σε κάθε κράτος μέλος και μεταξύ του 0,7% και 1,0% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ,

-κατά μέσο όρο, οι δαπάνες που σχετίζονται με την υγειονομική περίθαλψη που παρέχεται στους διακινούμενους, μη ενεργούς οικονομικά πολίτες της ΕΕ είναι πολύ μικρές σε σχέση με το μέγεθος των συνολικών δαπανών για την υγεία (0,2% κατά μέσο όρο) ή το μέγεθος της οικονομίας των χωρών υποδοχής (0,01% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο),

Στη ευρωπαϊκή νομοθεσία ΕΕ περιέχονται ισχυρές διασφαλίσεις για την πρόληψη της κατάχρησης του δικαιώματος στην ελεύθερη κυκλοφορία.  Οι κανόνες της ΕΕ για την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών επιτρέπουν στα κράτη μέλη να λαμβάνουν αποτελεσματικά και αναγκαία μέτρα για την καταπολέμηση της κατάχρησης, π.χ. των εικονικών γάμων, και της απάτης, π.χ. της παραχάραξης εγγράφων, ή άλλων τεχνητών μέσων ή παραπλανητικών μεθόδων που ακολουθούνται αποκλειστικά για την απόκτηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, με την άρνηση χορήγησης ή τον τερματισμό των δικαιωμάτων που χορηγούνται. Τέτοιου είδους μέτρα πρέπει να είναι αναλογικά και να υπόκεινται στις διαδικαστικές εγγυήσεις που ορίζονται στην οδηγία, αναφέρει η Κομισιόν.

Στις 25 Νοεμβρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε 5 δράσεις που απαιτούν τη συνεργασία των κρατών μελών για να επιτύχουν. Πρόκειται για την καταπολέμηση των εικονικών γάμων, την εφαρμογή των κανόνων για τον συντονισμό της κοινωνικής ασφάλισης, την απάντηση στις προκλήσεις της κοινωνικής ένταξης, της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρχών της τοπικής αυτοδιοίκησης.