Ο υποψήφιος καγκελάριος Χριστιανοδημοκρατών/ Χριστιανοκοινωνιστών, Άρμιν Λάσετ, προειδοποιεί για τον κίνδυνο αντιπαράθεσης με την Κίνα και προτείνει τον ευρωπαϊκό δρόμο του μεταξιού για να μπορέσει να την ανταγωνισθεί, αντί να επικρίνει το δρόμο του μεταξιού της Κίνας.

«Ένας νέος ψυχρός πόλεμος θα μας έκανε μεγάλο κακό. Η Κίνα ανταγωνίζεται οικονομικά την Ευρώπη, παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν είναι δημοκρατία, αυτά πρέπει και θα τα επικρίνουμε πάντα, αλλά η Ευρώπη θα πρέπει να αντιμετωπίσει με κάποιον τρόπο τον (οικονομικό) ανταγωνισμό της Κίνας», δήλωσε ο Λάσετ στην οικονομική εφημερίδα Handelsblatt.

Προκειμένου να αντιμετωπίσει η Ευρώπη επιτυχώς τον ανταγωνισμό της Κίνας, ο πρόεδρος του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος (CDU) τάχθηκε συγκεκριμένα «υπέρ μιας ισχυρότερης ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής. Για να γίνει αυτό, πρέπει να διασυνδέσουμε τις δυνατότητες διαφόρων οικονομικών περιοχών, να προωθήσουμε την έρευνα, να υποστηρίξουμε τις εγκαταστάσεις επιχειρήσεων και να διευκολύνουμε τις επενδύσεις. Πρέπει να γίνουμε καλύτεροι στην κβαντική υπολογιστική, την τεχνητή νοημοσύνη, την παραγωγή τσιπ και μπαταριών», όπως είπε.

«Η Ευρώπη χρειάζεται να αποκτήσει κυριαρχία σε πολλούς τεχνολογικούς τομείς, ακόμη και στην κατασκευή απλών καθημερινών προϊόντων. Αντί να επικρίνει την επέκταση του νέου δρόμου του μεταξιού της Κίνας μέχρι το γερμανικό λιμάνι του Ντούισμπουργκ, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εφεύρει η ίδια έναν δικό της δρόμο μεταξιού. Πρέπει να βρει τρόπους με τους οποίους να μπορούμε να βγούμε ενεργά στον κόσμο: από την Μεσόγειο έως την Αφρική. Κάτι τέτοιο θα ήταν χρήσιμο και για την Γερμανία ως εξαγωγικό έθνος», κατέληξε.

Ο Κρίστιαν Λίντνερ αποκλείει "αριστερή στροφή" με το Φιλελεύθερο κόμμα (FDP) και τάσσεται υπέρ μιας κυβέρνησης του κέντρου

Ο πρόεδρος του Φιλελεύθερου κόμματος (FDP) Κρίστιαν Λίντνερ έθεσε σήμερα σαφείς όρους για τη συμμετοχή των Φιλελευθέρων στην κυβέρνηση μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές: καμία αύξηση φόρου και δέσμευση για το "φρένο χρέους" (ισοσκελισμένος προϋπολογισμός). Το κόμμα του θα συμμετείχε μόνο σε μια «κυβέρνηση του κέντρου». Ωστόσο, το FDP είναι πάντα έτοιμο να κάνει συμβιβασμούς.

Ο Λίντνερ θέτει μεγάλα εμπόδια για έναν ενδεχόμενο συνασπισμό με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) και τους Πράσινους μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές και δεν αποκλείει τον σχηματισμό κυβέρνησης με τη δεύτερη ισχυρότερη δύναμη. «Θα συμμετάσχουμε μόνο σε κυβέρνηση του κέντρου. Με το FDP δεν θα υπάρξει αριστερή στροφή στη γερμανική πολιτική. Αδυνατώ να φανταστώ τι θα μας προτείνουν το SPD και οι Πράσινοι που να είναι ελκυστικό για το FDP και ταυτόχρονα αποδεκτό από τους Σοσιαλδημοκράτες και το οικολογικό κόμμα. Το FDP αποκλείει την επιβολή υψηλότερων φόρων στις επιχειρήσεις και τη χαλάρωση του χρέους, καθώς και μια πολιτική η οποία βασίζεται σε απαλλοτριώσεις (για οικολογικές εγκαταστάσεις), η οποία έχει στο επίκεντρό της απαγορεύσεις, δηλαδή την αριστερή πολιτική», δήλωσε σήμερα στο Βερολίνο.

Ο Γενικός Γραμματέας του FDP Φόλκερ Βίσινγκ είπε επίσης σήμερα σε συνέντευξή του στα δίκτυα RTL και n-tv ότι το κόμμα του θέλει «προστασία του κλίματος μέσω καινοτομίας» και «εφευρέσεις αντί για απαγορεύσεις. Οι κρατικές ρυθμίσεις είναι ο λάθος τρόπος. Αντ' αυτών πρέπει να υπάρχει περισσότερη ελευθερία για έρευνα και ανάπτυξη».

Παράλληλα, ο Λίντνερ τόνισε ότι «το ισχυρότερο κόμμα δεν θα σχηματίσει αυτόματα κυβέρνηση μετά τις εκλογές. Επισήμανε ότι, σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, οι Χριστιανοδημοκράτες/Χριστιανοκοινωνιστές (CDU/CSU) και οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) πρέπει να αναμένουν ένα εκλογικό αποτέλεσμα στην περιοχή των 20% συν Χ το καθένα. Αυτό σημαίνει ότι ο επόμενος καγκελάριος δεν θα έχει εκλεγεί από το 70% των Γερμανών... Αυτό δεν έχει ξαναγίνει», όπως είπε. «Από αυτή την άποψη, δεν θα έχει τόση σημασία ποιος θα έχει κάτι παραπάνω από 20%, αλλά αποφασιστικής σημασίας θα είναι ποιος μπορεί να συγκροτήσει έναν συνασπισμό», πρόσθεσε.

«Το FDP πηγαίνει στις ομοσπονδιακές εκλογές ως αυτόνομο κόμμα και έχει την φιλοδοξία η διαφορά με τους Πράσινους να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη. Όποιος, επομένως, θέλει να ενισχύσει το κέντρο, θα πρέπει να βοηθήσει το FDP να φτάσει όσο το δυνατόν πιο κοντά στους Πράσινους», υπογράμμισε ο Φιλελεύθερος πολιτικός.

«Οι Φιλελεύθεροι μπορούν να μάθουν από τους άλλους και μπορούν κάνουν συμβιβασμούς, αλλά το FDP είναι επίσης σε θέση να λάβει σκληρές αποφάσεις όταν αμφισβητούνται οι βασικές του θέσεις ή όταν οι δυνητικοί σύμμαχοι δεν είναι πρόθυμοι να προχωρήσουν σε μια δίκαιη συνεργασία», πρόσθεσε, αναφερόμενος προφανώς στις διαπραγματεύσεις για ενδεχόμενο συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών/ Χριστιανοκοινωνιστών, Φιλελευθέρων και Πρασίνων (συνασπισμός Τζαμάικα) μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017, οι οποίες τελικά διακόπηκαν από το κόμμα του.

Η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ δεν αποτελεί προϋπόθεση για συνασπισμό, δηλώνει η Αριστερά

Κατεβάζουν τους τόνους στο αμφιλεγόμενο ζήτημα του ΝΑΤΟ οι επικεφαλής του ψηφοδελτίου του κόμματος της Αριστεράς (Die Linke), Ντίτμαρ Μπαρτς και Γιανίνε Βίσλερ. Δυνατός ένας συνασπισμός με τους Σοσιαλδημοκράτες, αφού το προεκλογικό πρόγραμμα της Αριστεράς της μιλά για διάλυση του ΝΑΤΟ και όχι για μονομερή αποχώρηση της Γερμανίας. Ο Γκέρχαρντ Σρεντερ είχε μάλιστα σχηματίσει κυβέρνηση με τους Πράσινους, αν και οι τελευταίοι περιλάμβαναν επίσης στο πρόγραμμά τους την διάλυση του ΝΑΤΟ.

«Μετά τις εκλογές σίγουρα δεν θα πούμε: Πριν καν ξεκινήσουμε τις διερευνητικές επαφές για τον σχηματισμό κυβέρνησης, η Γερμανία θα πρέπει να έχει φύγει από το ΝΑΤΟ. Δεν λειτουργεί έτσι η πολιτική. Στο θέμα του ΝΑΤΟ θέλουν απλώς να παρουσιάσουν την Αριστερά στους ψηφοφόρους ως την κακή», δήλωσε ο Μπαρτς, σε συνέντευξή του στην ηλεκτρονική ειδησεογραφική πύλη Web.de.

Αναφέρθηκε επίσης στο 1998, όταν το SPD με τον Γκέρχαρντ Σρέντερ σχημάτισε συνασπισμό με τους Πράσινους και τον Γιόσκα Φίσερ υπουργό Εξωτερικών. «Το 1998 οι Πράσινοι είχαν συμπεριλάβει στο προεκλογικό τους πρόγραμμά τη διάλυση του ΝΑΤΟ. Πιστεύετε ότι ο Γκέρχαρντ Σρέντερ ζήτησε ομολογία πίστης στο ΝΑΤΟ από τον Γιόσκα Φίσερ;» (Ο υποψήφιος καγκελάριος του SPD Oλαφ Σολτς την έχει θέσει προεκλογικά ως όρο για όλους τους πιθανούς εταίρους του συνασπισμού).

«Η αριστερά δεν απαιτεί να αποχωρήσει η Γερμανία από το ΝΑΤΟ και δεν το θέτει ως προϋπόθεση για έναν ενδεχόμενο κυβερνητικό συνασπισμό. Τασσόμαστε υπέρ της διάλυσης του ΝΑΤΟ ή μια νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας παγκοσμίως. Ούτε το εκλογικό μας πρόγραμμα μιλά για (μονομερή) έξοδο της Γερμανίας από το ΝΑΤΟ. Η Αριστερά ζητά στο προεκλογικό της πρόγραμμα τη διάλυση του ΝΑΤΟ και την αντικατάστασή του από ένα σύστημα συλλογικής ασφάλειας με την συμμετοχή της Ρωσίας. Φυσικά και υπάρχουν πράγματα στο πρόγραμμα που δεν μπορούν να εφαρμοστούν αμέσως μόνο από την Γερμανία», τόνισε σήμερα και η Βίσλερ στο ραδιόφωνο Βερολίνου Βρανδεμβούργου ( RBB).

Το SPD προηγείται με 26% Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών (22%), σύμφωνα με δημοσκόπηση του ΑRD - Τον Όλαφ Σολτς προτιμά για καγκελάριο το 40%

Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Infratest για λογαριασμό του πρώτου δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού δικτύου (ARD), εάν οι ομοσπονδιακές εκλογές διεξήγοντο την ερχόμενη Κυριακή, Χριστιανοδημοκράτες και Χρισταινοκοινωνιστές (CDU/CSU) θα ελάμβαναν το 22 % (δηλαδή +2 μονάδες σε σύγκριση με αντίστοιχη έρευνα στις αρχές Σεπτεμβρίου) και το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) 26 % (+1).

Οι Πράσινοι (Die Gruenen) 15% (-1%), η Eναλλακτική για την Γερμανία (AfD) 11% (-1%), το Φιλελεύθερο κόμμα (FDP) επίσης 11% (-2). Το ποσοστό της Αριστεράς παραμένει 6%. Όλα τα άλλα κόμματα μαζί θα ελάμβαναν 9%.

Στην περίπτωση αυτών των αποτελεσμάτων, θα ήταν δυνατός θεωρητικά ένας συνασπισμός SPD και CDU / CSU, καθώς και τριμερείς συμμαχίες υπό την ηγεσία του SPD με τους Πράσινους και το FDP, αλλά και με τους Πράσινους και την Αριστερά. Ένας συνασπισμός υπό την ηγεσία Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών με τους Πράσινους και το FDP θα ήταν επίσης μαθηματικά δυνατός.

Σχεδόν ένας στους έξι (16 %) δήλωσε ότι η προτίμησή του για κάποιο κόμμα θα μπορούσε να αλλάξει στο διάστημα των 10 ημερών το οποίο μεσολαβεί μέχρι τις εκλογές. Τα δύο τρίτα (65%) των ερωτηθέντων έχουν λαβει πάντως την οριστική τους απόφαση. Περίπου ένας στους πέντε ερωτηθέντες (19%) δήλωσε ότι δεν προτίθεται να ψηφίσει ή δεν δήλωσε προτίμηση για κάποιο κόμμα.

Περίπου το ένα τρίτο (34%) , δηλαδή -1% σε σύγκριση με τις αρχές Σεπτεμβρίου, εξακολουθεί να είναι υπέρ μιας κυβέρνησης υπό την ηγεσία του SPD. Τρεις στους δέκα, δηλαδή το 29% (+5%) τάσσονται υπέρ μιας κυβέρνησης με επικεφαλής τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Χριστιανοκοινωνιστές (CDU/CSU). Περίπου ο ένας στους οκτώ, δηλαδή το 12% (-1%) θα ήθελε να σχηματιστεί κυβέρνηση υπό την ηγεσία των Πρασίνων. Το 25% (-3%), δεν θεωρεί καμία από τις τρεις επιλογές κατάλληλη.

Το 40% (-3% σε σύγκριση με τις αρχές Σεπτεμβρίου) θα ψήφιζε σύμφωνα με την εν λόγω δημοσκόπηση τον υποψήφιο του SPD Όλαφ Σολτς αν μπορούσε να επιλέξει απευθείας τον καγκελάριο. Το 19% (+3%) θα προτιμούσε τον υποψήφιο Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών Άρμιν Λάσετ και το 13% (+1%) την υποψήφια των Πρασίνων Αναλένα Μπέρμποκ. Τρεις στους δέκα Γερμανούς, δηλαδή το 28% (-1%) εξακολουθούν να μην προτιμούν κανένα από τους τρεις για καγκελάριο.

Ο Όλαφ Σολτς χάνει σε δημοτικότητα σε σύγκριση με τις αρχές του μήνα, αλλά παραμένει με απόσταση ο πιο δημοφιλής υποψήφιος καγκελάριος με 51% (-5%). Στη δεύτερη θέση δημοφιλίας βρίσκεται όμως ο πρόεδρος του Φιλελεύθερου κόμματος (FDP) Κρίστιαν Λίντνερ, ο οποίος δεν είναι υποψήφιος καγκελάριος, με 33 % (+1%). Ακολουθεί η (υποψήφια καγκελάριος των Πρασίνων) Αναλένα Μπέρμποκ με 27% (+2%) και ο συντηρητικός υποψήφιος Άρμιν Λάσετ με 25% (+5%). Έπονται η επικεφαλής του ψηφοδελτίου της Αριστεράς Γιανίνε Βίσλερ με 9% (-1%) την οποία όμως δεν γνωρίζει καν το 41% των ερωτηθέντων και ο συμπρόεδρος και επικεφαλής του ψηφοδελτίου της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) Τίνο Κρούπαλα με το αμετάβλητο ποσοστό δημοφιλίας 8%, τον οποίο όμως επίσης δεν γνωρίζει το 49% των ερωτηθέντων.

Πηγή: ΑΠΕ- ΜΠΕ