Η άρνηση των ΗΠΑ να χτυπήσουν στρατιωτικά τις κυβερνητικές δυνάμεις στη Συρία, έχει επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, εκτιμά ο Στήβεν Κουκ, Hasib J. Sabbagh Senior Fellow Μεσανατολικών Μελετών της αμερικανικής δεξαμενής σκέψης Council on Foreign Relations, σε πρόσφατη συνέντευξή του, που δημοσιεύεται στο διαδικτυακό χώρο της CFR.
Όπως εξηγεί, στην ψυχρότητα που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα συνέβαλε επίσης η απροθυμία του Τούρκου Πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν να «μπαλώσει» τις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ, καθώς και ο τρόπος που κατέπνιξε τις διαμαρτυρίες που εκδηλώθηκαν στην Τουρκία τους προηγούμενους μήνες. Παρά τις προσπάθειες του Αμερικανού Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα για βελτίωση των διμερών σχέσεων, σημειώνει, αυτές συνεχίζουν να δοκιμάζονται.
Μια δύσκολη συμμαχία
Ερωτηθείς κατά πόσον τίθεται υπό αμφισβήτηση η συμμαχική σχέση Τουρκίας-ΗΠΑ, ο Κουκ θεωρεί ότι αυτό είναι υπερβολή. Τονίζει, ωστόσο, πως υπήρξαν ζητήματα, τα οποία όντως προκάλεσαν προβληματισμό. Σε αυτά κατατάσσει, μεταξύ άλλων, την απόφαση της Άγκυρας να αγοράσει ένα κινέζικο πυραυλικό σύστημα, μη συμβατό με το ΝΑΤΟ. Αν και από το 2010 έγιναν προσπάθειες από αμερικανικής πλευράς για ανάπτυξη των σχέσεων με την Τουρκία, επισημαίνει, αυτές συνάντησαν εμπόδια, όπως για παράδειγμα η τουρκική προσέγγιση στο θέμα του Ιράν.
«Οι δυσκολίες στη σχέση Τουρκίας-Ισραήλ έχουν περιπλέξει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ και ΗΠΑ-Τουρκίας», τονίζει ο Κουκ. Παρά ταύτα, η αντίληψη στις ΗΠΑ είναι πως οι διμερείς σχέσεις πέρασαν μια «χρυσή εποχή» στο διάστημα 2010-2012, η οποία άρχισε να σκουριάζει μετά τα όσα συνέβησαν στο πάρκο Gezi και τον τρόπο χειρισμού τους.
Οι πτήσεις των τζιχαντιστών
Ο Στήβεν Κουκ σχολιάζει επίσης το γεγονός πως ο Ερντογάν προβληματίζεται για τον μεγάλο αριθμό τζιχαντιστών που εισέρχονται στο συριακό έδαφος μέσω Τουρκίας. «Κατά κάποιο τρόπο οι Τούρκοι έχουν πιαστεί με το χέρι μέσα στο κουτί των μπισκότων», αναφέρει, εξηγώντας ότι αρνούνταν από την αρχή ότι συνέβαινε αυτό και το αγνοούσαν. Ο κόσμος άρχισε να αναφέρεται στις πτήσεις από την Κωνσταντινούπολη στο Gaziantep, κοντά στα συριακά σύνορα, ως «πτήση τζιχαντιστών» αλλά η τουρκική Κυβέρνηση συνέχιζε να αρνείται το φαινόμενο, σημειώνει. Κάποια στιγμή τους κυρίευσε ο φόβος πως αυτό που συνέβαινε θα επέστρεφε πίσω να τους στοιχειώσει. Πλέον αναγνώρισαν το πρόβλημα και αντιδρούν.
Δεν συμφωνούν
Παρά το γεγονός πως ο τουρκικός στρατός λαμβάνει πλέον δράση για περιορισμό της διακίνησης εξτρεμιστικών στοιχείων, η Άγκυρα συνεχίζει να διαφωνεί με την απόφαση για καταστροφή του χημικού οπλοστασίου του Άσαντ. «Αυτή δεν είναι η προτιμητέα οδός», επισημαίνει ο Κουκ.
Η προσέγγισή τους στο θέμα της Συρίας εξελίχθηκε από ενθάρρυνση του Άσαντ να προβεί σε μεταρρυθμίσεις σε πάγιο αίτημα αλλαγής καθεστώτος. Θεωρούν ότι η διπλωματική προσπάθεια που αναλήφθηκε για καταστροφή του χημικού οπλοστασίου, στην ουσία επιτρέπει στον Σύρο Πρόεδρο να συνεχίζει τον εμφύλιο, χωρίς φόβο για εξωτερική επέμβαση, εξηγεί ο Κουκ, σημειώνοντας ότι η Τουρκία πρέπει να διαχειριστεί τα προβλήματα στην ασφάλεια και στην οικονομία που δημιουργεί το γεγονός πως συνορεύει με βιαιοπραγίες και υποδέχεται τα κύματα προσφύγων. Γι’ αυτό και η Άγκυρα επιθυμεί πιο δραστική αντιμετώπιση, από την καταστροφή των χημικών.
Οι Τούρκοι, κατά τον Κουκ, δεν αναμένουν εξελίξεις σε επίπεδο διπλωματικής ή πολιτικής λύσης, γι’ αυτό και τάσσονται υπέρ της ανατροπής του Άσαντ. Τώρα και οι ΗΠΑ υιοθετούν αυτή τη θέση, όμως όχι με τον ίδιο τρόπο που το πράττει η Τουρκία. Οι ΗΠΑ θέτουν όρια σε σχέση με την εμπλοκή τους στη Συρία, ενώ η Τουρκία θα ήθελε να εμπλακούν πολύ περισσότερο. Όμως στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ενθουσιασμός σε σχέση με ένα τέτοιο ενδεχόμενο, γι’ αυτό και παραμένει η διαφωνία με την Τουρκία, καταλήγει.




