Σε επικύρωση των αποφάσεων για τη νέα μεταρρύθμιση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), θα προχωρήσουν το Συμβούλιο της ΕΕ και η Ευρωβουλή, μετά την πολιτική συμφωνία που επιτεύχθηκε στο πλαίσιο του τριμερούς διαλόγου.

Τα περισσότερα στοιχεία του σχεδίου της μεταρρύθμισης συμφωνήθηκαν στις 26 Ιουνίου, ενώ τα τελευταία εναπομένοντα στοιχεία που αφορούσαν τη δέσμη για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, ολοκληρώθηκαν στις 24 Σεπτεμβρίου.

Η πολιτική συμφωνία βασίζεαι στις προτάσεις που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2011, και αφορά τέσσερις βασικούς κανονισμούς. Πρόκειται για τις άμεσες ενισχύσεις,  την ενιαία Κοινή Οργάνωση Αγοράς (ΚΟΑ),  την αγροτική ανάπτυξη και έναν οριζόντιο κανονισμό για τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και τον έλεγχο της ΚΑΠ.

Η Επιτροπή ετοιμάζει τώρα όλες τις κατ’ εξουσιοδότηση και τις εκτελεστικές πράξεις, ώστε οι νέοι κανόνες να τεθούν σε ισχύ από το επόμενο έτος, ή από τον Ιανουάριο του 2015 σε ό,τι αφορά τα περισσότερες νέες ρυθμίσεις για τις άμεσες ενισχύσεις. Αποτελούν αντικείμενο συζήτησης χωριστοί «μεταβατικοί κανόνες» για το 2014, οι οποίοι θα πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πριν από το τέλος του έτους.

Ειδικότερα, όπου προκύπτει από την πολική συμφωνία, τα κράτη μέλη θα διαθέτουν μέχρι το 70% των εθνικών κονδυλίων για τις άμεσες ενισχύσεις στο νέο καθεστώς βασικής ενίσχυσης, μετά την αφαίρεση των ποσών που έχουν δεσμευθεί για πρόσθετες πληρωμές (πριμοδοτήσεις για τους νέους γεωργούς, και άλλα ποσά όπως πριμοδοτήσεις σε μειονεκτικές περιοχές, την αναδιανεμητική ενίσχυση) και τις «συνδεδεμένες ενισχύσεις».

Τα κράτη μέλη έχουν επίσης το δικαίωμα να χορηγούν αναδιανεμητική ενίσχυση για τα πρώτα εκτάρια, για την οποία μπορούν να λάβουν μέχρι και το 30% των εθνικών κονδυλίων και να το αναδιανείμουν σε γεωργούς για τα πρώτα τους 30 εκτάρια. Αυτό θα έχει σημαντικά αναδιανεμητικά αποτελέσματα.

Όλες οι άμεσες ενισχύσεις, ορισμένες ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη και ορισμένες ενισχύσεις για τις αμπέλους, θα εξακολουθήσουν να εξαρτώνται από την τήρηση ορισμένων θεσμικών απαιτήσεων σχετικά με το περιβάλλον, την κλιματική αλλαγή, την καλή γεωργική κατάσταση των εδαφών, την καλή μεταχείριση των ζώων και τα υγειονομικά πρότυπα για τα ζώα και τα φυτά. Ο κατάλογος έχει απλουστευθεί, έτσι ώστε να αποκλείονται οι ρυθμίσεις σε τομείς όπου δεν υπάρχουν σαφείς και ελέγξιμες υποχρεώσεις για τους γεωργούς.

Επιτεύχθηκε συμφωνία για υποχρεωτική μείωση των ενισχύσεων για επιμέρους εκμεταλλεύσεις, που λαμβάνουν άνω των 15.000 ευρώ. Η μείωση αυτή δεν χρειάζεται να εφαρμοστεί στα κράτη μέλη που εφαρμόζουν την «αναδιανεμητική ενίσχυση», σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον 5% του εθνικού τους κονδυλίου αναστέλλεται για αναδιανομή για τα πρώτα εκτάρια όλων των εκμεταλλεύσεων.

Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η ανανέωση των γενεών, η βασική ενίσχυση που χορηγείται σε νεοεισερχόμενους στο επάγγελμα νέους αγρότες (ηλικίας μέχρι 40 ετών) θα πρέπει να αυξηθεί κατά μια επιπλέον ενίσχυση που καταβάλλεται για μέγιστη περίοδο 5 ετών (συνδεόμενη με την πρώτη απασχόληση). Το μέτρο αυτό συμπληρώνει άλλα μέτρα που εφαρμόζονται για τους νέους γεωργούς στο πλαίσιο των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης. Ο συνδυασμός των μέτρων μπορεί να περιλαμβάνει επιχορηγήσεις εκκίνησης επιχειρήσεων (μέχρι 70.000 ευρω), γενικές επενδύσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία, κατάρτιση και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Προβλέπεται επίσης ενίσχυση εκκίνησης επιχειρήσεων μέχρι 15.000 ευρώ ανά μικρή εκμετάλλευση.

Για τις χαρακτηρισμένες ορεινές περιοχές και τις γεωργικές εκτάσεις η ενίσχυση μπορεί να φτάσει τα 450 ευρώ / εκτάριο (αυξήθηκε από 250 ευρώ / εκτάριο).

Κάθε γεωργός που ζητεί στήριξη μπορεί να αποφασίσει να συμμετάσχει στο καθεστώς μικρών εκμεταλλεύσεων ώστε να λαμβάνει ετήσια ενίσχυση που καθορίζεται από το κράτος μέλος και κυμαίνεται συνήθως από 500 έως 1.250 ευρω, ανεξάρτητα από το μέγεθος της εκμετάλλευσης. Οι συμμετέχοντες δεν θα υπόκεινται σε απαιτήσεις πολλαπλής συμμόρφωσης, ελέγχους και κυρώσεις, και θα εξαιρούνται από την «οικολογική μέριμνα».

Για να διατηρηθούν τα σημερινά επίπεδα παραγωγής σε τομείς ή περιφέρειες όπου συγκεκριμένα είδη γεωργίας ή τομείς αντιμετωπίζουν δυσκολίες και είναι σημαντικοί για οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς λόγους,  τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να διαθέτουν περιορισμένα κονδύλια για «συνδεδεμένες» ενισχύσεις, δηλαδή να καταβάλλουν ενισχύσεις που συνδέονται με συγκεκριμένα προϊόντα.

Εκτός της βασικής ενίσχυσης, κάθε εκμετάλλευση θα λαμβάνει μια ενίσχυση ανά εκτάριο για την τήρηση ορισμένων γεωργικών πρακτικών επωφελών για το κλίμα και το περιβάλλον. Τα κράτη μέλη θα χρησιμοποιούν το 30% του εθνικού τους κονδυλίου, για την πληρωμή των εν λόγω ενισχύσεων. Η οικολογική μέριμνα είναι υποχρεωτική και η μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της θα συνεπάγεται την επιβολή μειώσεων και κυρώσεων που σε ορισμένες περιπτώσεις θα υπερβαίνουν τις ενισχύσεις περιβαλλοντικού προσανατολισμού.Οι περιοχές βιολογικής παραγωγής, η οποία είναι σύστημα παραγωγής με αναγνωρισμένα περιβαλλοντικά οφέλη, θεωρούνται ότι πληρούν της προϋποθέσεις για τη χορήγηση ενίσχυσης ενισχύσεων οικολογικού προσανατολισμού, χωρίς καμία επιπρόσθετη απαίτηση.  

Η συμφωνία προβλέπει ότι για οποιαδήποτε μελλοντική μείωση των ετήσιων άμεσων ενισχύσεων, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής πειθαρχίας (δηλαδή όταν οι εκτιμήσεις για τις ενισχύσεις είναι υψηλότερες από τον διαθέσιμο προϋπολογισμό,) θα πρέπει να εφαρμόζεται ένα κατώτατο όριο 2.000 ευρώ. Με άλλα λόγια, η μείωση δεν θα εφαρμόζεται στα πρώτα 2.000 ευρώ της άμεσης ενίσχυσης για κάθε γεωργό.

Τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα μεταφοράς μέχρι και του 15% του εθνικού κονδυλίου για τις άμεσες ενισχύσεις (1ος  πυλώνας) στο κονδύλι αγροτικής ανάπτυξης (2ος πυλώνας). Τα κράτη μέλη θα έχουν επίσης τη δυνατότητα μεταφοράς έως και του 15% του εθνικού κονδυλίου για την αγροτική ανάπτυξη στο κονδύλιο άμεσων ενισχύσεων.