Μετά από μια μακρά περίοδο διαπραγματεύσεων, που έμοιαζαν να οδηγούνται σε αδιέξοδο, Βρετανία και ΕΕ έφτασαν σε προσχέδιο συμφωνίας για το Brexit, το οποίο με τη δημοσιοποίησή του έριξε βίαια τη χώρα σε πρωτοφανή πολιτική κρίση. Η Πρωθυπουργός της Βρετανίας, Τερέζα Μέι, με το πολιτικό της μέλλον να κρέμεται από μία κλωστή, ρίχνεται το επόμενο διάστημα σε μια σκληρή μάχη για να περάσει το προσχέδιο από τη Βουλή, μάχη η οποία μοιάζει μάταιη, μοναχική και δίχως καμιά εγγύηση ότι θα προλάβει να τη δώσει μέχρι τέλους, αφού η επόμενη μέρα τη βρίσκει αντιμέτωπη με ανταρσία στο στρατόπεδο των Τόρις και διαδοχικές παραιτήσεις υπουργών της κυβέρνησής της.

 

Το μέλλον των Βάσεων

Το προσχέδιο της συμφωνία έφτασε από τις Βρυξέλλες στο Λονδίνο σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά στη συμφωνία αποχώρησης, στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τρία πρωτόκολλα που αφορούν στην Κύπρο, στο Γιβραλτάρ και στα ιρλανδικά σύνορα. Το δεύτερο μέρος είναι μία πολιτική διακήρυξη για τις μελλοντικές σχέσεις Βρετανίας και ΕΕ. Όσον αφορά τις Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο, στο πρωτόκολλο υπάρχει η πρόνοια για «συνέχεια των υφιστάμενων συμφωνιών εντός και γύρω απ' αυτές τις βάσεις μεταξύ Κύπρου και Βρετανίας. Συγκεκριμένα, θα επιτρέψει στους 11.000 Κύπριους πολίτες που βρίσκονται σε εδάφη υπό βρετανική κυριαρχία να συνεχίσουν να ζουν όπως κάνουν σήμερα».

Με βάση τα όσα προνοεί το πρωτόκολλο, θα ισχύει το καθεστώς της τελωνειακής ένωσης και της ελεύθερης διακίνησης προϊόντων, αλλά το εμπόριο μεταξύ Βάσεων και έξω κόσμου και δη με την Ε.Ε θα γίνεται μόνο από τα νόμιμα λιμάνια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα λιμάνια ή τα αεροδρόμια των Βάσεων θα χρησιμοποιούνται μόνο για στρατιωτική χρήση, καταδεικνύοντας ότι η κυριαρχία των Βρετανικών Βάσεων συνεχίζει να είναι συμβατική και όχι κρατική.

 

Το «αγκάθι» των ιρλανδικών συνόρων

Δίχως αμφιβολία, το ζήτημα που πυροδότησε την πολιτική κρίση ήταν τα ιρλανδικά σύνορα, με τους οπαδούς και από τα δύο στρατόπεδα (Brexiteers και Remainers) να κατηγορούν την Κυβέρνηση ότι συμφώνησε σε «υποδούλωση» της χώρας στην ΕΕ. Η ιδιαιτερότητα των συνόρων της Βόρειας Ιρλανδίας έγκειται στο γεγονός ότι είναι μέρος της Βρετανίας, αλλά είναι αδύνατο να επιβληθούν «σκληρά» σύνορα με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Η προσπάθεια της αποφυγής των «σκληρών» συνόρων αποτέλεσε το «αγκάθι» της διαπραγματευτικής διαδικασίας, αφού η Μέι προέβαλε σθεναρή αντίσταση στην «πρωτοβουλία» των Βρυξελλών να παραμείνει η Βόρεια Ιρλανδία εντός της Τελωνειακής Ένωσης, πρόνοια που θα οδηγούσε δίχως άλλο στη διάσπαση της ακεραιότητας της Βρετανίας.

Στο προσχέδιο συμφωνήθηκε τελικά μεταβατική περίοδος μέχρι το 2020 με δυνατότητα επέκτασής της, κατά την οποία παραμένει η Βρετανία εντός της Τελωνειακής Ένωσης, ενώ στη συνέχεια, εάν δεν εξευρεθεί άλλη λύση, θα γίνει εφαρμογή του «backstop» (δίκτυ ασφάλειας). Το εν λόγω μέτρο προνοεί ενιαίο τελωνειακό έδαφος μεταξύ ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου και θα καλύπτει όλα τα εμπορεύματα εκτός από τα αλιευτικά προϊόντα, ενώ θα υπάρχουν δεσμεύσεις και μηχανισμοί επιβολής για να διασφαλίσει η ΕΕ ότι θα υπάρχει δίκαιος ανταγωνισμός με τη Βρετανία.

Η συγκεκριμένη «χρυσή τομή» γεννάει το ερώτημα πόσο θα διαρκέσει το λεγόμενο «backstop». Για τους Brexiteers η τελωνειακή ένωση αποτελούσε πάντα «κόκκινο πανί», αφού απαγόρευε τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών της Βρετανίας με τρίτες χώρες. Σε μια ιδανική συμφωνία για Brexit, θα ήθελαν περιορισμένου χρόνου τελωνειακή ένωση, κάτι που θα αναιρούσε όμως τη χρησιμότητα του «backstop», ή τουλάχιστον δυνατότητα μονομερούς αποχώρησης από τη συμφωνία και όχι συγκατάθεση από την ΕΕ, όπως συνομολογήθηκε.

Αυτή η «προσωρινή» κατάσταση για πολλούς αναλυτές μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις Βρυξέλλες ως εργαλείο «εγκλωβισμού» του Ηνωμένου Βασιλείου στην τελωνειακή πολιτική της ΕΕ. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα η Βρετανία να παραμείνει προσδεμένη στο άρμα των πολιτικών ρυθμίσεων των Βρυξελλών, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να μειώσει τους δασμούς της, ενώ θα αφήσει ανοικτή την αγορά της για κάθε χώρα με την οποία θα κάνει συμφωνία η ΕΕ, με την ίδια όμως να μην έχει πρόσβαση στην αγορά αυτή της χώρας.

Πάντως η ανησυχία για τα σύνορα της Ιρλανδίας επιβεβαιώνεται από τα πλέον αρμόδια χείλη, αφού η ίδια η Μέι δηλώνει πως συμμερίζεται τις ανησυχίες αυτών που πιστεύουν ότι το «δίχτυ ασφαλείας» προσκρούει στην εθνική κυριαρχία της Βρετανίας. Ακόμα και εάν δεν επιβεβαιωθούν όμως τα πιο πάνω σενάρια, η πρόνοια για τα ιρλανδικά σύνορα δημιουργεί προηγούμενο, πάνω στο οποίο θα ανοικοδομηθούν οι μελλοντικές σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ.

 

Μια όχι και τόσο κακή συμφωνία για ΕΕ

Διά στόματος Ντόναλντ Τουσκ εκφράστηκε η άποψη ότι η συμφωνία είναι «lose-lose» και για τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. Εντούτοις, δύσκολα θα έλεγε κανείς «κακή» τη συμφωνία για την ΕΕ. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η θερμή υποδοχή της από τους ηγέτες της ΕΕ. Δικαιολογημένα, αφού κατά τη μεταβατική περίοδο θα παραμένει μεν η Βρετανία στην ΕΕ, χωρίς όμως τη δυνατότητα να συμμετέχει στη διαμόρφωση πολιτικών, μένοντας εκτεθειμένη σε αποφάσεις, οι οποίες ακόμα κι αν την επηρεάζουν, θα ληφθούν εν τη απουσία της.

Σε αριθμούς, η ΕΕ χάνει 13 δις ευρώ από τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στον κοινοτικό προϋπολογισμό, αλλά κερδίζει τα επτά δισεκατομμύρια που θα επένδυε στη χώρα. Η «μισητή» ελεύθερη διακίνηση προσώπων για τους Brexiteers, από την άλλη, πιστεύεται ότι θα ενισχύσει την ΕΕ, αφού με λιγότερες ευκαιρίες μετανάστευσης μπορεί να επιλυθεί το πρόβλημα των «εξουθενωτικών» εκροών πληθυσμού.

Παράλληλα, η Γερμανία, αφού εξασφάλισε ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες και κυρίως οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες δεν θα χάσουν μια σημαντική αγορά, μπορεί να επωφεληθεί με τη σειρά της από τα κύματα μετανάστευσης. Ήδη η Φρανκφούρτη ετοιμάζεται να δεχτεί μεγάλο αριθμό εταιρειών.

Το πιο ουσιαστικό όφελος, όμως, για την ΕΕ από τη συμφωνία είναι ότι οποιοδήποτε κράτος μέλος κοιτάξει το προσχέδιο της συμφωνίας του Brexit, δεν θα βρει ούτε έναν λόγο για να μπει στη διαδικασία να αποχωρήσει από την Ένωση. Η ΕΕ προσγείωσε τους Brexiteers στην πραγματικότητα, αφού αντί το Brexit να επιφέρει πλήγμα και να υπονομεύσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα, ενδυνάμωσε, ή καλύτερα τρομοκράτησε τα 27 εναπομείναντα μέλη της.

 

Στο χείλος του γκρεμού η Μέι

Η εκρηκτική πολιτική κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί, έριξε τη Βρετανίδα Πρωθυπουργό σε αχαρτογράφητα νερά, η οποία έχει πλέον να αντιμετωπίσει το ντόμινο παραιτήσεων κορυφαίων στελεχών της κυβέρνησής της, τα πυρά της αντιπολίτευσης, την κατακραυγή των Βορειοϊρλανδών συμμάχων της αλλά και την ανταρσία στο Κόμμα των Συντηρητικών και την πρόταση μομφής προ των πυλών, αφού έχουν συγκεντρωθεί οι απαιτούμενες 48 επιστολές βουλευτών των Τόρις για την κατάθεσή της. Με τα χρονικά περιθώρια μέχρι την ημερομηνία αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ να στενεύουν, η πολιτική αβεβαιότητα που επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα προοιωνίζεται το σκοτεινό πολιτικό μέλλον της Τερέζα Μέι.

 

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη «Σημερινή» της Κυριακής