Η βρετανική κυβέρνηση κατηγόρησε ευθέως τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών ασφαλείας GRU ότι ευθύνεται για μία σειρά «ριψοκίνδυνων και αδιάκριτων κυβερνοεπιθέσεων» υπό τις εντολές του Κρεμλίνου.
Με δήλωσή του ο Υπουργός Εξωτερικών Τζέρεμι Χαντ είπε ότι το βρετανικό Εθνικό Κέντρο Κυβερνοασφάλειας (NCSC) έχει ανακαλύψει πως πολλοί χάκερς που πραγματοποιούν επιθέσεις ανά τον κόσμο ενεργούν για λογαριασμό της GRU. Όπως πρόσθεσε, οι επιθέσεις αυτές γίνονται με τη συγκατάθεση του Κρεμλίνου.
Μεταξύ αυτών των επιθέσεων φέρεται να ήταν και η παρείσφρηση στα αρχεία του αρχηγείου της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού κόμματος στις ΗΠΑ το 2016.
Επίσης η επίθεση του Οκτωβρίου του 2017 μέσω του λογισμικού BadRabbit που προκάλεσε προβλήματα στη λειτουργία του μετρό του Κιέβου, του αεροδρομίου της Οδησσού, της κεντρικής τράπεζας της Ρωσίας και ρωσικών μέσων ενημέρωσης.
Παρομοίως η υποκλοπή ιατρικών φακέλων διεθνών αθλητών από την Παγκόσμια Υπηρεσία Αντι-Ντόπινγκ το 2017 και η επίθεση σε βρετανικό τηλεοπτικό σταθμό την ίδια χρονιά.
Κατά τη βρετανική κυβέρνηση, οι επιθέσεις διεξάγονται «παραβιάζοντας κατάφωρα το διεθνές δίκαιο, έχουν επηρεάσει πολίτες σε μεγάλο αριθμό χωρών, περιλαμβανομένης της Ρωσίας και έχουν στοιχίσει σε εθνικές οικονομίες εκατομμύρια λίρες».
Το Foreign Office κατονόμασε μάλιστα 12 ομάδες χάκερς ως ομάδες που αποτελούν «βιτρίνες» της GRU. Οι κώδικες ονομασίες αυτών είναι: Fancy Bear, Voodoo Bear, APT28, Sofacy, Pawnstorm, Sednit, CyberCaliphate, Cyber Berku, BlackEnergy Actors, STRONTIUM, Tsar Team και Sandworm.
Στη δήλωσή του ο κ. Χαντ ανέφερε: «Αυτές οι κυβερνοεπιθέσεις δεν εξυπηρετούν κάποιο θεμιτό εθνικό συμφέρον, αλλά αντίθετα πλήττουν την ικανότητα ανθρώπων ανά τον κόσμο να διάγουν την καθημερινότητά τους χωρίς παρεμβολές. Οι ενέργειες της GRU είναι ριψοκίνδυνες και αδιάκριτες. Προσπαθούν να υπονομεύσουν και να επηρεάσουν εκλογές σε άλλες χώρες. Είναι διατεθειμένοι ακόμα και να πλήξουν ρωσικές εταιρείες και Ρώσους πολίτες. Αυτό το μοντέλο συμπεριφοράς δείχνει την επιθυμία τους να λειτουργούν χωρίς σεβασμό για το διεθνές δίκαιο ή τις καθιερωμένες νόρμες και να το πράττουν αυτό με αίσθηση ασυλίας και χωρίς συνέπειες».
Πηγή: ΚΥΠΕ




