Τέσσερα χρόνια μετά την οριακή (και κατά πολλούς αμφισβητούμενη) ήττα του στις αμφίρροπες εκλογές του 2009, ο Eντι Ράμα επανήλθε στη μάχη της κάλπης και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις πήρε τη... ρεβάνς από το «κουρασμένο» καθεστώς Μπερίσα, αυτήν τη φορά μάλιστα θριαμβεύοντας με διαφορά αρκετών ποσοστιαίων μονάδων.
Ο 48χρονος Ράμα, ηγέτης του κεντροαριστερού Σοσιαλιστικού Κόμματος, νίκησε κατά κράτος στις εκλογές της Κυριακής, εξασφαλίζοντας περισσότερες από 80 έδρες (σε σύνολο 140) και παραμερίζοντας το δεξιό Δημοκρατικό Κόμμα του 68χρονου Σαλί Μπερίσα, ο οποίος έτσι βλέπει την έξοδο έπειτα από οκτώ συναπτά έτη στην πρωθυπουργία και περί τις δύο δεκαετίες στην κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας. «Οπλισμένος» με διαπιστευτήρια εκσυγχρονιστικά και προφίλ φιλοευρωπαϊκό, ο Ράμα, μέχρι πρότινος δήμαρχος των Τιράνων, επικράτησε ως επικεφαλής ενός συνασπισμού συνολικά 37 κομμάτων με την ονομασία «Συμμαχία για την Ευρωπαϊκή Αλβανία», έχοντας τη στήριξη και της ελληνικής μειονότητας.
Η «παράδοση»
Η εκλογική διαδικασία ωστόσο, πιστή στην αλβανική «παράδοση» των τελευταίων δύο δεκαετιών, σημαδεύτηκε από καταγγελίες περί νοθείας και από βίαιες συγκρούσεις μεταξύ υποστηρικτών των αντίπαλων κομμάτων που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός 53χρονου (ψηφοφόρου των Σοσιαλιστών) και τον σοβαρό τραυματισμό τουλάχιστον τριών ατόμων (μεταξύ αυτών και ενός υποψηφίου του Δημοκρατικού Κόμματος). Από το 1991 και μετά, στην Αλβανία δεν έχουν διεξαχθεί εκλογές που να μην έχουν αμαυρωθεί από περιστατικά βίας και νοθείας. Συγκρινόμενα με αντίστοιχες πολύνεκρες σκηνές του παρελθόντος, τα επεισόδια του περασμένου Σαββατοκύριακου θα μπορούσαν ίσως να θεωρηθούν «πταίσματα», αλλά σε κάθε περίπτωση, ακόμη και έτσι, τα όποια «πταίσματα» δεν προάγουν ούτε τη Δημοκρατία, ούτε την ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας.
Πολύ δε περισσότερο από τη στιγμή που οι εκλογές της Κυριακής ήταν ακριβώς αυτό: ένα «σημαντικό τεστ» δημοκρατίας από το οποίο πρόκειται να κριθεί σε μεγάλο βαθμό και η μελλοντική ένταξη της χώρας στην ενωμένη ευρωπαϊκή οικογένεια των «27». Τα Τίρανα έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα προς τις Βρυξέλλες ήδη από το 2009, χωρίς ωστόσο να τους έχει μέχρι στιγμής αναγνωριστεί καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας. Αντιθέτως, η γειτονική Κροατία ετοιμάζεται να ενταχθεί στην ΕΕ την 1η Ιουλίου. Η εικόνα της αλβανικής πολιτικής σκηνής -η πλούσια σε ρεβανσισμούς, προσωπικές βεντέτες, υποθέσεις διαφθοράς και πελατειακές «ακρότητες»- γεννά δεύτερες σκέψεις στους Ευρωπαίους, οι οποίοι λογικό είναι να διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις.
Υπό αυτό το πρίσμα διαμορφώνονται και οι μεγάλες προκλήσεις της επερχόμενης θητείας Ράμα. Ο 48χρονος έρχεται να αναλάβει τα ηνία σε μια περίοδο στασιμότητας, με την αποστολή να αναζωογονήσει συνολικά τη χώρα (οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά). Η εποχή Μπερίσα φέρεται να έχει κάνει τον κύκλο της (μάλιστα κάποιοι προβλέπουν την οριστική συνταξιοδότηση του 68χρονου) και η αλλαγή φρουράς συνοδεύεται από νέες προσδοκίες. Απέναντι στους Ευρωπαίους, ο 48χρονος Ράμα θα κληθεί να παρουσιάσει «δημοκρατικά διαπιστευτήρια», κοινώς να αποδείξει πως η Αλβανία της μετα-Μπερίσα εποχής λειτουργεί πάνω σε θεμέλια ευνομίας, διαφάνειας, αξιοκρατίας και σεβασμού προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Τα «δωράκια»
Παράλληλα, θα πρέπει, ως πρωθυπουργός πια, να αποφύγει τα δωράκια υπέρ των ημετέρων και τις πρακτικές ρεβανσισμού κατά των ηττημένων, πρακτικές που απειλούν να κάνουν την εμφάνισή τους δεδομένου ότι μεταξύ των δύο πλευρών υπάρχουν «προηγούμενα». Υπενθυμίζεται πως κατά τις επεισοδιακές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του 2011 είχαν χάσει τη ζωή τους τέσσερις άνθρωποι, ενώ συνολικά τα τελευταία 20 χρόνια οι σχέσεις μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης είχαν επανειλημμένως ξεφύγει από τα όρια της πολιτικής ορθότητας με ευθύνη και των δύο πλευρών.
Κατά τα λοιπά, στο μέτωπο της οικονομίας η Αλβανία μπορεί να έχει αποφύγει την ύφεση, αλλά μάλλον δεν δικαιούται να πανηγυρίζει. Ο μέσος μισθός δεν ξεπερνά τα 330 δολ. μηνιαίως, η ανεργία φλερτάρει ανεπισήμως με το 30% και το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί σημαντικά (προκαλώντας επικριτικά σχόλια από την Παγκόσμια Τράπεζα), ενώ και οι ξένες επενδύσεις «σηκώνουν» βελτίωση.
Ο αθλητής και ζωγράφος που πάει για πρωθυπουργός
Πάλαι ποτέ... μπασκετμπολίστας, ζωγράφος και ο πρώτος Αλβανός πολιτικός που ανακάλυψε τα επικοινωνιακά πλεονεκτήματα των Twitter/Facebook, ο 48χρονος Εντι Ράμα δεν θυμίζει σε πολλά τον κατά 20 μεγαλύτερό του, καρδιολόγο Σαλί Μπερίσα. Κάποιοι βέβαια, ανατρέχοντας στις προεκλογικές εκστρατείες των δύο ανδρών, έσπευσαν να υποστηρίξουν πως τα προγράμματα που αυτοί παρουσίασαν δεν ήταν επί της ουσίας διαφορετικά.
Στην Αλβανία, ωστόσο, οι εκλογές παραδοσιακά δεν κρίνονται τόσο από τα πολιτικά προγράμματα όσο από τα πρόσωπα και τα (συνήθως πελατειακά) δίκτυα υποστηρικτών που συσπειρώνονται γύρω τους. Από την πλευρά του, ο ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ράμα έχει το κατάλληλο βιογραφικό για να εμπνεύσει προσδοκίες ανανέωσης του πολιτικού βίου. Υιός ενός γλύπτη και μιας ιατρού, ο 48χρονος ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας... μπάσκετ (φτάνοντας μέχρι και την εθνική ομάδα) προτού στραφεί στις τέχνες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, μετανάστευσε στη Γαλλία όπου ακολούθησε καριέρα... ζωγράφου.
Επέστρεψε στην Αλβανία το 1998, έπειτα από πρόσκληση του σοσιαλιστή τότε πρωθυπουργού Φάτος Νάνο (με τον οποίο στην πορεία έμελλε να συγκρουστούν), για να αναλάβει τα ηνία του υπουργείου Πολιτισμού. Το 2000 μεταπήδησε στη δημαρχία των Τιράνων όπου επρόκειτο να «ριζώσει» για 11 χρόνια.
Ως δήμαρχος, ο Ράμα παρουσιάστηκε εκσυγχρονιστής. Κατεδάφισε εκατοντάδες αυθαίρετα κτίσματα, διαπλάτυνε τους δρόμους, μεγάλωσε τα πάρκα, φύτεψε χιλιάδες δέντρα και προσέθεσε χρώμα στην πόλη βάφοντας τις προσόψεις πολλών παλαιών κτιρίων. Το 2004 τιμήθηκε ως ο καλύτερος δήμαρχος στον κόσμο από την οργάνωση CityMayors και το 2005 ως ένας από τους «Ευρωπαίους ήρωες» του περιοδικού «Time».
Παράλληλα, ωστόσο, βρέθηκε και στο στόχαστρο έντονης κριτικής καθώς δεν κατάφερε να καταπολεμήσει ουσιαστικά προβλήματα όπως οι ελλείψεις σε νερό και ηλεκτρικό. Επιπλέον, κατηγορήθηκε για διαφθορά και κακοδιαχείριση χρημάτων.




