Κρατούσαν ακόμη τα ματωμένα όπλα
Με υποδειγματικό θάρρος και ψυχραιμία μία 48χρονη, μητέρα δύο παιδιών, συνομίλησε με τους δύο δράστες της δολοφονίας στο Λονδίνο, προσπαθώντας να τους πείσει να αφήσουν κάτω τα όπλα τους.
Η 48χρονη Ίνγκριντ Κένετ από την Κορνουάλη ήταν ένας από τους πρώτους ανθρώπους που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος, στο Γούλιτς του νότιου Λονδίνου, όπου δύο ισλαμιστές σκότωσαν με μπαλτάδες έναν στρατιώτη και περιγράφει την ιστορία της στον Guardian.
«Βρισκόμουν καθ' οδόν προς το σπίτι μου μετά από μία εκδρομή στη Γαλλία. Επισκεπτόμουν τα παιδιά μου στο Πλάμστεντ και πήρα το λεωφορείο 53 για να πάω στην Πλατεία Κοινοβουλίου, όπου θα συναντούσα τα παιδιά μου και περπάτούσα προς τη στάση "Βικτόρια", προτού πάρω το λεωφορείο προς το Χέλστον της Κουρνουάλης», ανέφερε η 48χρονη.
«Καθόμουν στο κάτω διάζωμα, όταν το λεωφορείο σταμάτησε. Μπορούσαν να δω καθαρά ένα σώμα στο δρόμο και ένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο. Έχω εκπαιδευτεί ως προσωπικό πρώτων βοηθειών, κι έτσι ζήτησα από κάποιον να προσέχει την τσάντα μου και πήγα να δω αν μπρούσα να βοηθήσω
«Πήγα πάνω από το πτώμα, όπου καθόταν εκεί μία κυρία και μου είπε ότι ήταν νεκρός. Είχε βάλει κάτι κάτω από την πλάτη του και είχε καλύψει το κεφάλι του με ένα τζάκετ. Πήρα το σφιγμό του, αλλά δεν υπήρχε. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπο του άνδρα, αλλά μπρούσα να καταλάβω ότι κάποιος προσπάθησε να τον αποκεφαλίσει. Δεν έβλεπα όμως κάτι που να υποδηλώνει ότι ήταν στρατιώτης», πρόσθεσε.
«Τότε ήρθε προς το μέρος μου ένας μαύρος τύπος με ένα μαύρο καπέλο, που κρατούσε ένα περίστροφο στο ένα χέρι κι ένα μπαλτά στο άλλο. Ήταν πολύ ενθουσιασμένος και μου είπε να πλησιάσω κοντά στο πτώμα. Πραγματικά δεν ένιωθα κάτι. Δεν ήμουν τρομαγμένη, γιατί δεν ήταν μευθυσμένος, ούτε υπό την επήρεια ουσιών. Έδειχνε νηφάλιος. Μπορούσα να του μιλήσω και εκείνος ήθελε να μιλήσει για την πράξη του», συνέχισε η Ίνγκριντ.
«Του μίλησα για περισσότερα από πέντε λεπτά. Τον ρώτησα γιατί έκανε ότι έκανε. Μου απάντησε ότι είχε σκοτώσει τον άνδρα γιατί (το θύμα) ήταν βρετανός στρατιώτης, ο οποίος σκότωσε μουσουλμάνες γυναίκες και παιδιά στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Ήταν έξαλλος με την παρουσία του βρετανικού στρατού εκεί», συμπλήρωσε η 48χρονη.
«Υπήρχαν παντού αίματα στο πεζοδρόμιο δίπλα στο αυτοκίνητο όπου ο άνδρας είχε χτυπηθεί. Αρχικά, δεν υπήρχε αίμα δίπλα στο πτώμα, αλλά όσο μιλούσα με τον άνδρα άρχισε να ρέει, γεγονός που με ανησύχησε, γιατί για να ρεύσει αίμα θα πρέπει να υπάρχει καρδιακός παλμός. Αλλά δεν ήθελα να κινητοποιήσω τον άνδρα και να ξαναγυρίσει στο πτώμα», τόνισε.
«Τον ρώτησα τι είχε σκοπό να κάνει στη συνέχεια, γιατί η αστυνομία θα έφτανε σύντομα. Μου είπε ότι ξεκινούσε ένας πόλεμος και αν έφτανε η αστυνομία, θα τους σκότωνε. Τον ρώτησα εάν υπήρχε σοβαρός λόγος να το κάνει αυτό, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι ήθελε πραγματικά να το πράξει. Μιλούσε για πόλεμο, αλλά δεν μιλούσε για θάνατο και τότε έφυγε και μίλησε σε κάποιον άλλον», σημείωσε η Ινγκριντ.
«Τότε, πήγα να μιλήσω στον άλλο άνδρα που ήταν πιο ήσυχος και πιο ντροπαλός. Τον ρώτησα αν ήθελε να μου δώσει το μαχαίρι που κρατούσε στο χέρι του. Αρνήθηκε και τον ρώτησα: -Θέλεις να συνεχίσεις; -Όχι, όχι, όχι, μου απάντησε. Δεν ήθελα να τον ενοχλώ και τότε ο πρώτος άνδρας επέστρεψε σε μένα. Τον ρώτησα τι ήθελε να κάνει στη συνέχεια», ανέφερε.
«Σε εκείνο το σημείο υπήρχαν τόσοι πολλοί άνθρωποι γύρω που δεν ήθελα να τους τρομάξει. Ετσι, συνέχισα να του μιλάω και να τον κρατά απασχολημένο. Τότε είδα το λεωφορείο μου να μετακινείται και κατάλαβα ότι η αστυνομία έφτανε οσσονούπω. Ρώτησα τον άνδρα αν ήθελε να κάνω κάτι άλλο για αυτόν μιας και το λεωφορείο μου θα έφευγε και μου είπε όχι», συνέχισε η 48χρονη μάρτυρας.
«Επιβιβάστηκα στο λεωφορείο και δέκα δευτερόλεπτα μετά κάποιος μπήκε μέσα και είπε σε όλους να κατέβουν. Τότε είδα ένα περιπολικό να σταματά και δύο αστυνομικούς -έναν άνδρα και μία γυναίκα- να βγαίνουν από αυτό. Οι δύο μαύροι έτρεξαν προς το μέρος του αυτοκινήτου και τότε οι αστυνομικοί τους πυροβόλησαν στα πόδια, νομίζω», τόνισε.
«Δεν φοβήθηκα όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί. Υπήρχαν, ωστόσο, πολλές γυναίκες που ούρλιαζαν και έκλαιγαν στο λεωφορείο, και μου πήρε ένα λεπτό να τις καθησυχάσω. Δεν σκέφτηκα μία στιγμή τον εαυτό μου», είπε η Ινγκριντ.
«Μπορούσα να δω τον άνδρα με το μαύρο καπέλο να είναι σοβαρά τραυματισμένος, αλλά και οι δύο μπορούσαν να κινηθούν. Το λεωφορείο άρχισε να απομακρύνεται. Μας άφησε στη μέση του Λιούισχαμ, γεγονός που με ενόχλησε γιατί δεν είχα ιδέα πώς να πάω από εκεί στην πλατεία Κοινοβουλίου. Είμαι όμως χαρούμενη που κατάφερα να κάνω κάτι που απέτρεψε μεγαλύτερους μπελάδες. Νιώθω καλά αυτή τη στιγμή, αλλά πιστεύω ότι το σοκ θα με χτυπήσει αργότερα», κατέληξε χαριτολογώντας η Ίνγκριντ Κένετ.
Μίλησε με τον "χασάπη" του Λονδίνου λεπτά μετά το φονικό
SigmaLive




