Τα παιδιά που γεννιούνται καλοκαίρι θα πρέπει να βαθμολογούνται ελαστικότερα για να αντισταθμίζεται το γεγονός ότι είναι σχεδόν ένα χρόνο μικρότερα από τους συμμαθητές τους, σύμφωνα με νέα ερευνα που δημοσιεύτηκε στη Βρετανία. .

Πιο συγκεκεριμένα, μαθητές που έχουν γεννηθεί τον Αύγουστο έχουν λιγότερες πιθανότητες να  πάρουν τους ίδιους καλούς βαθμούς ή να μπουν σε καλά Πανεπιστήμια, από ό,τι μαθητές που εχουν γεννηθεί τον Σεπτέμβριο κι είναι, έτσι, ένα περίπου χρόνο μεγαλύτεροι από τους 'θερινούς', κι άρα νεαρώτερους, συμμαθητές τους.

Η έρευνα, από το Ινστιτούτο Δημοσιονομκών Μελετών, Institute for Fiscal Studies, άντλησε τα δεδομένα της από ένα ευρύ φάσμα επίσημων, κυβερνητικών στοιχείων, περιλαμβανομένου του Εθνικού Αρχείου Δεδομένων Μαθητών (National Pupil Database), που περιέχει λεπτομέρειες για κάθε μαθητή στην Αγγλία. Τα στοιχεία δείχνουν ότι μαθητές γεννημένοι τον Αύγουστο είναι κατά 6.4 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερο πιθανόν να πετύχουν πέντε GCSE με βαθμούς A*. Υστερούν, επίσης, κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες όσον αφορά τις πιθανότητές τους να πετύχουν είσοδο σε πανεπιστήμιο όταν αποφοιτήσουν από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κατά μία ποσοστιαία μονάδα αναφορικά με τις πιθανότητες καν να συμπληρώσουν την δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

 

«Παιδιά που είναι συγκριτικά νεαρώτερα σε σχέση με συμμαθητές τους, έχουν χαμηλότερη αυτοπεποίθηση, λιγότερη εμπιστοσύνη στις ακαδημαϊκές τους δυνατότητες κι αρχίζουν να καπνίζουν νωρίτερα από συγκριτικά πιο μεγάλους 'συνομηλίκους' τους», εξηγεί η Κλαίρ Κρώφορντ, από τις δυο συγγραφείς της έρευνας. .
 
Η έρευνα δείχνει επισης ότι τα γεννημένα το καλοκαίρι παιδιά έχουν 5.4% μεγαλύτερες πιθανότητες να διαγνωστούν με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες μέχρι την ηλικία των ένδεκα, και βρίσκει ότι οι διαφορές είναι βαθύτερες από απλά το επίπεδο ακαδημαϊκών επιδόσεων. Επιπλέον, ισχυρίζονται οι συγγραφείς της έρευνας, το γεγονός ότι μερικοί μαθητές είναι κατά 11μήνες νεαρώτεροι από συμμαθητές τους όταν κάθονται σε εξετάσεις,  είναι ο κύριος παράγοντας στην διαφορά στην βαθμολογία τους σε αυτές. 
 
Σύμφωνα με την έρευνα, η λύση στο πρόβλημα είναι η «ηλικιακή προσαρμογή» των αποτελεσμάτων των εξετάσεων εθνικής μαθησιακής επίδοσης, με τον ισχυρισμό ότι «αυτός είναι πιο απλός και άμεσος τρόπος να διασφαλίσουμε ότι όσοι έχουν γεννηθεί προς το τέλος της ακαδημαϊκής χρονιάς δεν αντιμετωπίζουν μειονεκτήματα με το να κάθονται στις εξετάσεις νεαρώτεροι».