Στα τελευταία συμβατικά νομισματοπιστωτικά μέτρα ώθησης της οικονομίας προέβη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μειώνοντας το βασικό επιτόκιο από το 0.75% στο 0.5%. Λίγοι περίμεναν η κίνηση αυτή να κάνει κάποια διαφορά, κι οι αγορές δεν κινήθηκαν το παραμικρό. Αν η συμβατική νομισματική πολιτική έχει εξαντλήσει όλα της τα μέτρα, τί έχει απομείνει πλέον για να βοηθηθεί η οικονομία της ευρωζώνης;
Μιλώντας στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών στην Ουώσιγκτον, ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών της Γερμανίας, Χανς-Βέρνερ Σιμ, έδωσε μια δυσοίωνη απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα: Σημείωσε, ότι το κεντρικό θέμα του προβλήματος έγκειται στο χάσμα παραγωγικότητας ανάμεσα στην Ελλάδα, Πορτογαλία και Ισπανία, όπως και τις άλλες προβληματικές οικονομίες από την μια πλευρά, και την Γερμανία και τις άλλες επτυχημένες γείτονές της, από την άλλη. Το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έγκειται στο ότι σαν σύνολο η ΕΕ δεν πάει καλά, αλλά στο ότι μερικές χώρες της τα πάνε πολύ καλύτερα από άλλες. Η απόκλιση αυτή καλεί για συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές που στοχεύουν σε συγκεκριμένες χώρες. Δυστυχώς, χάρις στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, η οθρόδοξη νομισματοπιστωτική πολιτική δεν μπορεί να παίξει αυτό τον ρόλο.
Παραμένουν σημείωσε, τρεις επιλογές: Πρώτον, καταφεύγοντας σε ανορθόδοξες πολιτικές ώθησης, η ΕΚΤ θα μπορούσε να υψώσει τις τιμές ταχύτερα στις χώρες του πυρήνα παρά στην περιφέρεια. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να το δεχθεί η Γερμανία. Δεύτερον, η Ελλάδα και οι άλλες χώρες της περιφέρειας θα μπορούσαν να αφήσουν την ανεργία και δομικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις να ροκανίσουν σιγά σιγά τους μισθούς και τις τιμές. Αυτό, σημειώνει ο Σιμς, θα είναι σε απαράδεκτο βαθμό επώδυνο. Τρίτον, θα μπορούσαν να υπάρξουν έξοδοι από το ευρώ – πιθανόν προσωρινές. Αυτό θα μπορούσε να κλείσει το χάσμα παραγωγικότητας, επιτρέποντας υποτιμήσεις του νομίσματος. Από την άλλη, όμως, πλευρά, το κόστος των εξόδων θα είναι πολύ σοβαρό.
Κάκιστες επιλογές
Όλες οι επιλογές είναι κακές, εξηγεί ο Σιμς. ‘Το σύνολο των λύσεων για την Ευρωζώνη είναι κενό’. Το μόνο που μπορεί να γίνει, είναι να αντιμετωπισθεί όπως – όπως η κατάσταση με ένα συνδυασμό και των τριων λύσεων. Βίαιη προσαρμογή στην περιφέρεια (συν μεταρρυθμίσεις και bailin για τους επενδυτές, αλά Κύπρος). Μια ιδέα υψηλότερος πληθωρισμός για την Γερμανία, και τον υπόλοιπο πυρήνα. Προσωρινές έξοδοι απο το ευρώ, για τις χειρότερες περιπτώσεις. Αυτά περιμένει, και μάλιστα προτείνει, ο Σιμς.
Υπάρχει και μια τέταρτη λύση, που ο Σιμς απορρίπτει τόσο έντονα, που δεν, θέλει καν να αναφέρει Αυτή αφορά ανοικτές δημοσιονομικές μεταφορές κεφαλαίων [αναδιανεμητική πολιτική], με την μια ή την άλλη μορφή, από τις ισχυρές στις πιο αδύναμες οικονομίες, για να ελαφρύνουν τον πόνο των μεταρρυθμίσεων. «Αυτό θα σήμαινε υποκατάσταση των ιδιωτικών επενδυτικών αποφάσεων με πολιτικές αποφάσεις, κάτι που σημαίνει το τέλος της ευρωπαϊκής καπιταλστικής οικονομίας της αγοράς», προσθέτει. Αυτό θα ήταν συμφορά, αποφαίνεται.
«Αν με ρωτήσετε, αυτό είναι γελοίο. Αν η κατάσταση απαιτεί την επιλογή του λιγότερον επώδυνου συνδιασμού από μια σειρά δυσάρεστων λύσεων, ένας βαθμός συγχώνευσης δημοσιονομικού ρίσκου - ας πούμε, η δημιουργία συμβατικών ευρω-ομολόγων – θα έπρεπε να συνιστά μέρος της λύσης. Κι αυτό θα συμβεί στο τέλος – είμαι έτοιμος να στοιχηματίσω – γιατί η Γερμανία θα καταλάβει πως αυτό ειναι προς το συμφέρον της. Όταν η επιλογή θα είναι ανάμεσα στις μεταφορές κεφαλαίων και τα bailin των χαμηλά κεφαλαιοποιημένων Γερμανικών τραπεζών, θα δείτε τί θα συμβεί».
Σύμφωνα με τον αναλυτή του Bloomberg, Clive Crook, ο Σιμς έχει δίκιο σε ένα πράγμα: δεν θα υπάρξει συνεπής πολιτική. Δεν λειτουργεί ποτέ έτσι η ΕΕ. Έχει επίσης δίκιο, ότι η μείωση του χάσματος των τιμών και του κόστους εργασίας μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας είναι ζωτικής σημασίας. Η ΕΚΤ δεν μπορεί να δράσει άμεσα σε αυτό. Κατά κάποιο τρόπο, είναι άσχετη με το κύριο πρόβλημα. Το ερώτημα είναι τι μπορούν να κάνουν οι εθνικές κυβερνήσεις, όπως της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, για να διευκολύνουν τη διαδικασία.
Εσωτερική Υποτίμηση
Αυτό που χρειάζεται είναι εσωτερική υποτίμηση, υποστηρίζει ο Σιμς. Μια κανονική υποτίμηση αυξάνει τις τιμές των εισαγωγών, ενώ μειώνει τους πραγματικούς μισθούς. Το βιοτικό επίπεδο πέφτει, αλλά ταυτόχρονα και τα πραγματικά κόστη, κάτι που βοηθά την αποκατάσταση της ανάπτυξης. Η εσωτερική υποτίμηση – δηλαδή, υποτίμηση με σταθερές τις συναλλαγματικές ισοτιμίες– πρέπει να μειώσει τα κόστη της εργασίας με άλλο τρόπο. Ένας είναι η φορολογικη μεταρρύθμιση. Αύξηση των φόρων των πωλήσεων με μείωση των φόρων του μισθολογίου, για παράδειγμα. Αυτό έχει γίνει σε αρκετές χώρες, αν και σε μικρό βαθμό. Μετά υπάρχει η υψηλή ανεργία – που τελικά ρίχνει ή θα έπρεπε να ρίχνει τους μισθούς. Το σημαδιακό πρόβλημα της Ελλάδας και της Ισπανίας είναι ότι η πολύ υψηλή ανεργία είχε μικρή επίδραση στα εργατικά κόστη, στο ύψος των μισθών. Αυτό είναι σημάδι μιας σπασμένης αγοράς εργασίας και υπόσχεται μακρά οικονομική αγωνία.
Αλλά η εσωτερική υποτίμηση λειτούργησε καλύτερα στην Ιρλανδία, που έχει κλείσει σε μεγάλο βαθμό το χάσμα παραγωγικότητάς της. Η Γερμανία, σημειώνει ο Σιμς, πέτυχε εσωτερική υποτίμηση μετά την καλπασμό των εργατικών της κόστων στην διάρκεια της περασμένης δεκαετίας. Αυτό επιτεύχθηκε, εν μέρει, μέσα από μετριασμό των απαιτήσεων των ωρομισθίων, που είχαν σαν αποτέλεσμα οι μεταρρυθμίσεις στην ασφάλεια ανεργίας.
«Μια προσέγγιση που εκπλήττομαι που δεν έχει συζητηθεί, είναι η πολιτική των εισοδημάτων, δηλαδή η υποχρεωτική ή περίπου υποχρεωτική περικοπή των εισοδημάτων. Αυτή η πολιτική ήταν δημοφιλής στην δεκαετία του ’70, μετά περιέπεσε σε αχρησία. Όπως θα καταλάβατε, οι χώρες που την χρησιμοποίησαν αντελήφθησαν ότι δεν προσφέρεται για αντιμετώπιση του χρόνιου πληθωρισμού, γιατί οι αποφυγές, στεβλώσεις και ανωμαλίες κτίζονται με τον καιρό. Είναι πιο υποσχόμενη για να περικοπούν κόστη απότομα και σε μεγαλο βαθμό. Πριν απορρίψετε την ιδέα, αναλογισθείτε τις εναλλακτικές λύσεις: μια σκληρά επιμηκυνθείσα περίοδος ανεργίας ή συμβατική υποτίμηση με τα πρόσθετα κόστη της εξόδου απο το ευρώ», λέι ο Σιμς.
Παρά τις πληροφορίες περί του αντιθετου, η εσωτερική υποτίμηση μπορεί να φέρει αποτελέσματα. Η Ιρλανδία το έχει αποδείξει, κι ομοίως παράδοξα, κι η Γερμανία. Για χάρη της Ευρώπης, πρέπει να δουλέψει και στην περίπτωση της Ελλάδας, κι άλλων χωρών της περιφέρειας. Όχι σαν το μόνο φάρμακο, αλλά πλάι και σε άλλες θεραπείες, όπως δημοσιονομικές μεταφορές κι άλλα μέτρα. Για να δουλέψει, η εσωτερική υποτίμηση πρέπει να πονέσει. Αν ο πόνος είναι ανεκτός ή όχι, αυτό θα εξαρτηθεί από το πώς θα εφαρμοστεί.




