Ψηφοφορία επί της πρότασης της βρετανικής κυβέρνησης να περιορίσει την ετήσια αύξηση των κρατικών επιδομάτων στο 1%, αποσυνδέοντάς τα από τον πληθωρισμό, διεξάγεται απόψε στη Βουλή των Κοινοτήτων. Εφόσον εγκριθεί όπως αναμένεται, ο περιορισμός θα ισχύσει από τον Απρίλιο για μια τριετία.

Εν μέσω έντονων αντιδράσεων από δικαιούχους και από την αντιπολίτευση η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μετά το πάγωμα της αύξησης των απολαβών στο δημόσιο στο 1% στο πλαίσιο της πολιτικής λιτότητας, τα επιδόματα δεν μπορεί να αυξάνονται περισσότερο από τους μισθούς.

Ο αρμόδιος υπουργός Εργασίας και Συντάξεων Ίαν Ντάνκαν Σμιθ δήλωσε ότι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης θα άφηνε τη Βρετανία «χρεοκοπημένη» και με τεράστιο κόστος δανεισμού «όπως στην Ελλάδα και στην Ισπανία». Παράλληλα, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η αυστηροποίηση του συστήματος κρατικών παροχών θα σταματήσει την «εξάρτηση» ορισμένων πολιτών από τα επιδόματα και θα τους ενθαρρύνει να αναζητήσουν σταθερή εργασία.

Στα επιδόματα που θα υπάγονται στον περιορισμό αύξησης περιλαμβάνονται το επίδομα ανεργίας, το επίδομα ενίσχυσης εισοδήματος για τους χαμηλόμισθους, το επίδομα στήριξης εργαζομένων που υπάγονται σε ειδικές κατηγορίες, το επίδομα μητρότητας, το επίδομα ενοικίου και όλα τα επιδόματα που σχετίζονται με τη δικαιολογημένη απουσία από την εργασία (ασθένειας, μητρότητας, πατρότητας, υιοθεσίας).
Ανάλογοι περιορισμοί θα επιβληθούν και στις εκπτώσεις φόρου για εργαζόμενους γονείς και μονογονεϊκές οικογένειες, καθώς και στο επίδομα τέκνων. Από το μέτρο εξαιρούνται τα επιδόματα για τους ηλικιωμένους, όπως το επίδομα θέρμανσης.

Ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης των Εργατικών, Εντ Μίλιμπαντ δήλωσε ότι οι προτάσεις δείχνουν πως η κυβέρνηση δεν έχει τις σωστές προτεραιότητες. «Κόβοντας την υποστήριξη στις εργαζόμενες οικογένειες, που συνιστούν το 60% αυτών που θα πληγούν, η κυβέρνηση φέρνει σε μειονεκτική θέση όσους θέλουν να εργαστούν και να πράξουν το σωστό. Την ίδια ώρα αποφασίζει να μειώσει το φορολογικό συντελεστή για εισοδήματα άνω των 150.000 λιρών το χρόνο», σχολίασε ο κ. Μίλιμπαντ.
Από τη Δευτέρα εξάλλου έχει τεθεί σε ισχύ η αφαίρεση του δικαιώματος λήψης επιδόματος τέκνων για οικογένειες στις οποίες τουλάχιστον ένας από τους γονείς έχει εισόδημα άνω των 60.000 λιρών το χρόνο – ακόμα και αν η/ο σύζυγος μένει σπίτι για να φροντίζει τα παιδιά. Το επίδομα μειώνεται αν το εισόδημα ενός γονέα ξεπερνά τις 50.000 λίρες το χρόνο. Αντίθετα το επίδομα θα συνεχίσει να δίνεται ολόκληρο σε περιπτώσεις που έκαστος των γονέων έχει εισόδημα έστω ελάχιστα κάτω από τις 50.000, πρόβλεψη που έχει επικριθεί ως άδικη.

Οι αλλαγές στα επιδόματα προκάλεσαν αντιδράσεις και από τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες της συγκυβέρνησης. Ενστάσεις διατυπώθηκαν ακόμα και αμέσως μετά την κοινή εμφάνιση του πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον με τον αναπληρωτή πρωθυπουργό Νικ Κλεγκ, που αποσκοπούσε στο να πείσουν ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός είναι αρραγής.