Είναι η πρώτη φορά που κατηγορείται οίκος αξιολόγησης ότι παραπλάνησε το κοινό διαβαθμίζοντας ως «άριστα», χρηματοοικονομικά προϊόντα «σκουπίδια» που οδήγησαν τελικά και στην οικονομική κρίση.
Πρόκειται για μία απόφαση που αποτελεί δυσοίωνο προηγούμενο, εν γένει για τους οίκους αξιολόγησης που ζητάει να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να αναγνωρίσουν τα λάθη τους.
Όπως αναφέρεται στο σημερινό ρεπορτάζ που υπογράφει ο Nick Summers στο Βloomberg Businessweek, δέκα χιλιάδες μίλια μακριά από την Wall Street, ένας ομοσπονδιακός δικαστής στην Αυστραλία εξέδωσε μια απόφαση -την πρώτη του είδους της- που κατηγορεί έναν οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης. Πρόκειται για την πρώτη απόφαση του είδους της και η κατηγορία εστιάζει στην παραπλάνηση επενδυτών μέσω της «εγκριτικής σφραγίδας» που έβαλε η S&P σε περίπλοκα επενδυτικά προϊόντα τα χρόνια που οδήγησαν στην οικονομική κρίση.
Ενώ οι τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν δεχτεί πρόστιμα για συμπεριφορά που συνεισέφερε στην κρίση, είναι η πρώτη φορά που ένας οίκος αξιολόγησης -η διαβάθμιση «ΑΑΑ» του οποίου παρείχε την απαραίτητη κάλυψη σε όσους πούλησαν σαν χρυσάφι ΄σκουριασμένα περιουσιακά στοιχεία- βρίσκεται νομικά υπόλογος.
Ο οίκος Standard & Poorʼs (MHP) είχε θέσει το 2006 rating «ΑΑΑ» σε δύο σύνθετα προϊόντα τύπου CPDO, «προσυπογράφοντας» έτσι ότι ήταν εξαιρετικά αξιόπιστα. Δώδεκα τοπικά συμβούλια της Αυστραλίας, που ισχυρίστηκαν ότι έχασαν πάνω από το 90% των περίπου 17 εκατ. δολαρίων που είχαν επενδύσει όταν τα προϊόντα κατέρρευσαν δικαιούνται τώρα αποζημίωση, σύμφωνα με την απόφαση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου του Σίδνεϊ.
Σε δήλωσή της, η S&P είπε ότι θα ασκήσει έφεση στην απόφαση. "Είμαστε απογοητευμένοι με την απόφαση του Δικαστηρίου, απορρίπτουμε κάθε σύσταση πως η γνώμη μας ήταν ακατάλληλη, και θα ασκήσουμε έφεση κατά της απόφασης της Αυστραλίας, η οποία σχετίζεται με μια συγκεκριμένη αξιολόγηση παράγωγων προϊόντων τύπου CPDO», ανέφερε η S&P.
Η υπόθεση θα μπορούσε να έχει ευρείες επιπτώσεις για παρόμοιες υποθέσεις σε όλο τον κόσμο. «Ήταν έκπληξη», λέει ο Lawrence White, καθηγητής Οικονομικών στην σχολή διοίκησης επιχειρήσεων Stern του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. «Είναι πολύ πιθανό ότι θα δούμε περισσότερες τέτοιες υποθέσεις».
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης χρησιμοποιούν εδώ και καιρό την Πρώτη Τροπολογία για την προστασία τους από τυχόν προσφυγές, υποστηρίζοντας ότι οι διαβαθμίσεις «ΑΑΑ», «ΒΒ +», «CC» και ούτω καθεξής είναι απόψεις. "Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης περιγράφουν τη βαθμολογία τους ως άποψη" λέει ο White. Η άμυνα αυτή εξασθένισε με τον καιρό, και οι μεταρρυθμίσεις Dodd-Frank του 2010 καθιέρωσαν μια νέα υπηρεσία πιστοληπτικών αξιολογήσεων για να επιβλέπει αυτή τη βιομηχανία.
Η S&P είναι τμήμα της McGraw-Hill. Η εταιρεία ανακοίνωσε τον Σεπτέμβριο ότι θα διαχωριστεί σε δύο ανεξάρτητα τμήματα μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους: την McGraw-Hill Financial και την McGraw-Hill Education. Στο τρίτο τρίμηνο, η S&P ήταν υπεύθυνη για το 25% περίπου των εσόδων της McGraw-Hill και σχεδόν το 40% των λειτουργικών της κερδών. Η μετοχή της εταιρείας βρέθηκε να υποχωρεί έως και 7% τη Δευτέρα για να κλείσει τελικά στο -4%.
Αυστραλία: Δικαστής κατηγορεί την Standard & Poorʼs
SigmaLive




