Ο τουρκικός τύπος προσεγγίζει -ξανά, σήμερα- τις στρατιωτικές συνεργασίες της Λευκωσίας μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης με την Άγκυρα, με διαφορετική στόχευση: φιλοξενούν καταγγελίες περί υποταγής στον ισραηλινό σχεδιασμό, ενώ παράλληλα στρέφουν την κριτική τους και προς την τουρκική κυβέρνηση, κατηγορώντας την για αδράνεια.

Τουρκιγιέ: Οι Ελληνοκύπριοι ως «παιχνίδι του Ισραήλ»

Στην υποτιθέμενη χειραγώγηση της Ελλάδας και της Κύπρου από το Ισραήλ επικεντρώνεται το ρεπορτάζ της Τουρκιγιέ, με τίτλο «Οι Ελληνοκύπριοι έγιναν το παιχνίδι του Ισραήλ! Διαδοχικά σκάνδαλα στους εορτασμούς της ανεξαρτησίας». Η εφημερίδα χαρακτηρίζει «σκάνδαλο» ακόμη και τη συμμετοχή Γάλλων, Αιγυπτίων και Ελλήνων στρατιωτικών στις εκδηλώσεις, προσδίδοντας εξαρχής καταγγελτικό χαρακτήρα στην παρουσίαση.

Την πιο επιθετική ερμηνεία διατυπώνει ο Τουρκοκύπριος ακαδημαϊκός Μεχμέτ Χασγκιουλέρ. Με αφορμή τις ονομασίες των πλοίων «Ιωαννίδης» και «Νικηφόρος Φωκάς», υποστηρίζει, χωρίς να παρουσιάζει τεκμήρια, ότι αυτές επιβλήθηκαν από το Ισραήλ και συνιστούν προδοσία της ελληνικής και ελληνοκυπριακής ιστορίας.

«Η Ελλάδα και το ελληνοκυπριακό τμήμα έχουν θέσει πλέον στην υπηρεσία του σιωνισμού όχι μόνο την ασφάλεια και τον τομέα πληροφοριών τους, αλλά ακόμη και την κουλτούρα και την ιστορική τους μνήμη», ισχυρίζεται. Συμπληρώνει ότι «αυτή η νοοτροπία που τιμά πραξικοπηματίες και εξυμνεί σφαγείς Αράβων και Ελλήνων αποτελεί ένα απολύτως ισραηλινό παιχνίδι».

Η επιχειρηματολογία του, ωστόσο, περιέχει κρίσιμη σύγχυση προσώπων: το κυπριακό περιπολικό φέρει το όνομα του αρχιπλοιάρχου Ανδρέα Ιωαννίδη, όχι του Δημητρίου Ιωαννίδη της χούντας. Επομένως, η συγκεκριμένη κατηγορία περί τιμής σε πραξικοπηματία στηρίζεται σε λανθασμένη ταύτιση.

Τζουμχουριέτ: «Ανοιχτή πρόκληση» και αιχμές για τη σιωπή της Άγκυρας

Στην πολιτική σημασία της διεθνούς στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο εστιάζει ο πρώην πρέσβης Αχμέτ Σουχά Ουμάρ, στο άρθρο «Τουρκία, Αζερμπαϊτζάν και ΗΠΑ» της Τζουμχουριέτ. Αντιμετωπίζει την παρέλαση ως διπλωματικό μήνυμα προς την Τουρκία και θεωρεί ότι η Άγκυρα απέτυχε να αντιδράσει στη σημασία του.

Ο Ουμάρ συνδέει την παρουσία της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας και του Νίκου Δένδια με τη συμμετοχή στρατιωτικών αγημάτων από χώρες που χαρακτηρίζει ειρωνικά «συμμάχους» της Τουρκίας. Στην ίδια ερμηνεία εντάσσει τα αμερικανικά οπλικά συστήματα και την ισραηλινή αεράμυνα που αναφέρει στο κείμενό του.

Το συμπέρασμά του είναι κατηγορηματικό: «Από κάθε άποψη αυτή η τελετή συνιστά ένα σαφές μήνυμα ανοιχτής πρόκλησης προς την Τουρκία».

Η κριτική του αφορά κυρίως την αντίδραση της τουρκικής ηγεσίας. Θεωρεί ότι η σιωπή της και η απουσία παρέμβασης προς τους συμμάχους αποκαλύπτουν υποχώρηση του διεθνούς κύρους της χώρας. Συνδέοντας το κυπριακό παράδειγμα με την ευρύτερη ανάλυσή του για τις σχέσεις της Άγκυρας με την Ουάσιγκτον και το Μπακού, καταλήγει: «Η Δημοκρατία της Τουρκίας σε καμία περίοδο της ιστορίας της δεν υποτιμήθηκε ούτε αγνοήθηκε σε τέτοιο βαθμό. Αυτοί που έφεραν την Τουρκία σε αυτή τη θέση, ακόμα και απέναντι στο Αζερμπαϊτζάν, θα πρέπει να ντρέπονται».

Η ανάγνωσή του στηρίζεται παράλληλα στις δικές του θέσεις περί «κατάρρευσης» της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1974 και περί τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας που εξασφαλίζει ειρήνη και σταθερότητα. Πρόκειται για το πολιτικό πλαίσιο του αρθρογράφου, μέσα από το οποίο ερμηνεύει τις κυπριακές συνεργασίες ως απειλή.

Στα δύο δημοσιεύματα, συνεπώς, η Κύπρος παρουσιάζεται ως πεδίο ανταγωνισμού που αφορά άμεσα την Τουρκία. Η Τουρκιγιέ προβάλλει την εικόνα ελληνικής και ελληνοκυπριακής εξάρτησης από το Ισραήλ· ο Ουμάρ στην Τζουμχουριέτ αξιοποιεί την ίδια στρατιωτική κινητικότητα για να καταγγείλει την αδράνεια της Άγκυρας. Η κοινή αφετηρία είναι η καχυποψία απέναντι στις συνεργασίες της Λευκωσίας, χωρίς αυτό να τεκμηριώνει ενιαία γραμμή του συνόλου του τουρκικού Τύπου.

Διαβάστε επίσης: