Η κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία και οι ρωσικές υβριδικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη αναδεικνύουν τη δυσκολία αποτροπής της Μόσχας και εντείνουν τη συζήτηση για κυρώσεις, στρατιωτική στήριξη και διπλωματία. Παράλληλα, η σύνοδος Τραμπ–Σι αναζωπυρώνει ερωτήματα για τον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας, την ασφάλεια της Ταϊβάν και τον παραγκωνισμό της Ευρώπης. Στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος του Ιράν συνεχίζεται, ενώ οι ιρανικές επαφές μέσω μεσολαβητών αναδεικνύουν τη διπλωματία ως πιθανή διέξοδο. Την ίδια στιγμή, η ψυχρότητα στις σχέσεις Ισραήλ–Ευρώπης συνυπάρχει με την ενίσχυση των δεσμών του Ισραήλ με αραβικά κράτη. Από τη Μόσχα έως το Πεκίνο, επανέρχεται και το ερώτημα κατά πόσο πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα συντηρούν τις συγκρούσεις αντί να διευκολύνουν τον τερματισμό τους.
Ο δυτικός Τύπος
Ισχυρότερη δυτική πίεση στη Μόσχα ζητεί η συντακτική επιτροπή της Washington Post σε κύριο άρθρο με τίτλο «Η αποκλιμάκωση με τη Ρωσία απαιτεί μεγαλύτερη επίδειξη δυτικής ισχύος» (ημερομηνία πρόσβασης: 29 Σεπτεμβρίου). Η εφημερίδα εκτιμά ότι η Ρωσία κλιμακώνει ταυτόχρονα τις επιθέσεις κατά ουκρανικών πόλεων και τις υβριδικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη, με στόχο να τρομοκρατήσει τους αμάχους και να κάμψει τη δυτική υποστήριξη προς το Κίεβο. Επικαλείται τα χιλιάδες μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τις βόμβες και τους πυραύλους που εξαπολύθηκαν μέσα σε μία εβδομάδα, καθώς και την απόπειρα καταστροφής ουκρανικού μεταγωγικού αεροσκάφους στη Λειψία. Επικρίνει επίσης την προτροπή του Τραμπ προς τον Ζελένσκι να περιορίσει τα ουκρανικά πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια, υποστηρίζοντας ότι αυτά αυξάνουν το κόστος του πολέμου για τη Μόσχα. Προτείνει περισσότερη βοήθεια προς την Ουκρανία και αυστηρότερες κυρώσεις στις ρωσικές τράπεζες, στα ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που συνεργάζονται μαζί τους και στους ενδιάμεσους που διατηρούν τη ρωσική πολεμική οικονομία συνδεδεμένη με τον υπόλοιπο κόσμο. Κατά την εφημερίδα, η αποκλιμάκωση προϋποθέτει να πειστεί το Κρεμλίνο ότι κάθε νέα επιθετική ενέργεια επιδεινώνει τη θέση του.
Την περιορισμένη ουσία αλλά την έντονη συμβολική διάσταση της συνόδου Τραμπ–Σι εξετάζει ο Ουόλτερ Ράσελ Μιντ στη Wall Street Journal, σε άρθρο με τίτλο «Ο Τραμπ και η κινεζική συγκυρία» (ημερομηνία πρόσβασης: 29 Σεπτεμβρίου). Η συνάντηση παρέτεινε την εμπορική ανακωχή έως τις 10 Ιανουαρίου και άνοιξε διάλογο για την τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς να οδηγήσει σε ουσιαστική στρατηγική συμφωνία. Ο αρθρογράφος θεωρεί την εξέλιξη αναμενόμενη, αφού οι στενοί οικονομικοί δεσμοί ΗΠΑ–Κίνας συνυπάρχουν με έναν σύνθετο ανταγωνισμό στα πυρηνικά όπλα, στην τεχνολογία, στον κυβερνοχώρο, στα drones και στα βιολογικά όπλα. Η έκβαση αυτής της αντιπαλότητας θα εξαρτηθεί από απρόβλεπτους παράγοντες: τις τεχνολογικές ανακαλύψεις, τις αδυναμίες της κινεζικής οικονομίας, την πολιτική πόλωση στις ΗΠΑ και τους πολέμους στο Ιράν και στην Ουκρανία. Η επιβλητική τελετουργία της συνόδου εξυπηρέτησε και τους δύο ηγέτες, παρουσιάζοντάς τους ως κυρίαρχες μορφές ενός κόσμου μικρότερων δυνάμεων. Ο Μιντ, πάντως, απορρίπτει την προοπτική μιας σταθερής σινοαμερικανικής «G2». Ο Τραμπ δεν οικοδομεί διεθνείς τάξεις, ενώ οι φιλοδοξίες του Σι δύσκολα χωρούν σε έναν μόνιμο συμβιβασμό με την Ουάσιγκτον.
Την κλιμάκωση των ρωσικών υβριδικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη καταγράφει η συντακτική επιτροπή των Financial Times σε κύριο άρθρο με τίτλο «Η κλιμακούμενη υβριδική εκστρατεία της Ρωσίας κατά της Ευρώπης» (ημερομηνία πρόσβασης: 29 Σεπτεμβρίου). Η εφημερίδα αναφέρεται στην απόπειρα επίθεσης με drone κατά ουκρανικού μεταγωγικού αεροσκάφους στο αεροδρόμιο της Λειψίας και στο πλήγμα κοντά σε σιδηροδρομική γραμμή στην Πολωνία. Θεωρεί ότι η Μόσχα επιχειρεί να αυξήσει το κόστος και τους κινδύνους για τις χώρες που στηρίζουν την Ουκρανία. Οι Financial Times αποθαρρύνουν την κινδυνολογία για επικείμενη επίθεση μεγάλης κλίμακας εναντίον του ΝΑΤΟ, προειδοποιούν, όμως, ότι η χλιαρή αντίδραση μπορεί να ενθαρρύνει τον Πούτιν να δοκιμάσει τα όρια του Άρθρου 5. Ζητούν ταχύτερη απόδοση ευθυνών όταν υπάρχουν πειστικά στοιχεία, κλείσιμο προξενείων, απελάσεις διπλωματών, νέες κυρώσεις και εντονότερη δράση κατά του ρωσικού «σκιώδους στόλου». Παρόμοια μέτρα θα απέδιδαν περισσότερο εάν επιβάλλονταν συντονισμένα από πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Χρειάζονται ακόμη προκαθορισμένα πρωτόκολλα ταχείας αντίδρασης, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων ώστε να αποφεύγονται οι επικαλύψεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΝΑΤΟ.
Τον παραγκωνισμό της Ευρώπης από την αναδυόμενη σινοαμερικανική συνεννόηση εξετάζει ο Τζουζέπε Σαρτσίνα στην Corriere della Sera, σε άρθρο με τίτλο «Άξονας ΗΠΑ–Κίνας, η Ευρώπη στο περιθώριο» (ημερομηνία πρόσβασης: 29 Σεπτεμβρίου). Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι η σύνοδος Τραμπ–Σι δεν επηρέασε τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι πληροφορίες, μάλιστα, περί ανταλλαγής του περιορισμού της αμερικανικής στήριξης προς την Ταϊβάν με αντίστοιχη μείωση της κινεζικής βοήθειας προς το Ιράν παραπέμπουν σε μια διευθέτηση που αγνοεί τους συμμάχους των δύο δυνάμεων. Ο Σαρτσίνα εκτιμά ότι το Πεκίνο δεν προτίθεται να αναλάβει σοβαρή ειρηνευτική πρωτοβουλία για την Ουκρανία, καθώς κινεζικές εταιρείες εξακολουθούν να προμηθεύουν τη Μόσχα με τεχνολογία διπλής χρήσης και τους Φρουρούς της Επανάστασης με οπλισμό. Την ίδια ώρα, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες εμφανίζονται ως απλοί θεατές, διχασμένες γύρω από τον επανεξοπλισμό, τη στήριξη προς το Κίεβο και το μέγεθος της ρωσικής απειλής. Ο αρθρογράφος ζητεί μεγαλύτερη διαφάνεια για τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία και ακριβέστερη αποτύπωση των αμυντικών δαπανών, ώστε η δημόσια συζήτηση να στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Τη σημασία της διπλωματίας για τον τερματισμό ενός πολέμου που δεν μπορεί να σταματήσει με μια απλή απόφαση αναλύει ο Σαγιέντ Τζαβάντ Τζαμαλί στην ιρανική Shargh, σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Η λεπίδα της διπλωματίας στο σώμα του πολέμου», που δημοσιεύτηκε στις 29 Σεπτεμβρίου. Με αφετηρία την απρόβλεπτη φύση των συγκρούσεων και τα ιστορικά παραδείγματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Φινλανδίας, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι οι πόλεμοι κλιμακώνονται και διευρύνονται με τρόπους που οι εμπλεκόμενοι δεν μπορούν εύκολα να ελέγξουν. Παρουσιάζει τη διαπραγμάτευση ως μέσο επικοινωνίας και περιορισμού των απωλειών, ακόμη και όταν οι αντίπαλες πλευρές έχουν παραβιάσει προηγούμενες δεσμεύσεις. Αναφερόμενος στον πόλεμο του Ιράν με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, σημειώνει ότι η ιρανική διπλωματία συνέχισε τις επαφές μέσω μεσολαβητών, μεταξύ άλλων και του Πακιστάν. Καταλήγει ότι, παρά τις δυσκολίες και την καχυποψία, η διαπραγμάτευση ίσως αποτελεί τη μόνη διέξοδο από την κρίση.
Την επιδείνωση των σχέσεων του Ισραήλ με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, παρά την ενίσχυση των επαφών του με αραβικά κράτη, εξετάζει η συντακτική ομάδα της Jerusalem Post σε κύριο άρθρο με τίτλο «Η παράξενη κατάσταση του Ισραήλ», που δημοσιεύτηκε στις 30 Σεπτεμβρίου. Το άρθρο αντιπαραβάλλει τους περιορισμούς της Ολλανδίας σε προϊόντα από ισραηλινούς οικισμούς και τις επικριτικές δηλώσεις Βρετανών αξιωματούχων με την προοπτική αναβάθμισης των σχέσεων Ισραήλ–Μαρόκου και την επίσκεψη του Μπενιαμίν Νετανιάχου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κατά τη συντακτική ομάδα, κοινά συμφέροντα γύρω από το Ιράν, την ασφάλεια, την τεχνολογία και το εμπόριο ωθούν ορισμένες κυβερνήσεις της περιοχής προς τη συνεργασία με το Ισραήλ, ενώ οι σχέσεις του με ευρωπαϊκές χώρες ψυχραίνονται. Το άρθρο καλεί την Ευρώπη να αναλογιστεί τις συνέπειες αυτής της απομάκρυνσης.
Ο Τύπος της Ασίας
Τη σημασία της αξιόπιστης αποτροπής απέναντι στο Πεκίνο εξετάζει ο Σάιμον Χ. Τανγκ στην Taipei Times, σε άρθρο με τίτλο «Η αποτροπή εξαρτάται από το Πεκίνο» (ημερομηνία πρόσβασης: 29 Σεπτεμβρίου). Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι η αποτροπή δεν κρίνεται μόνο από τις στρατιωτικές δυνατότητες και την πολιτική βούληση των ΗΠΑ. Καθοριστικό είναι το κατά πόσον ο Σι Τζινπίνγκ πιστεύει ότι η Ουάσιγκτον θα υπερασπιστεί πράγματι την Ταϊβάν. Η θερμή υποδοχή του Κινέζου ηγέτη από τον Τραμπ δεν αποδεικνύει εγκατάλειψη της Ταϊπέι, θα μπορούσε όμως να δημιουργήσει στο Πεκίνο την εντύπωση ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δίνει προτεραιότητα στη σταθερότητα των σινοαμερικανικών σχέσεων. Μια τέτοια εσφαλμένη εκτίμηση θα αποδυνάμωνε την αποτροπή ακόμη και χωρίς μεταβολή των αμερικανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Ο Τανγκ τονίζει ότι η Ταϊβάν δεν μπορεί να αναθέσει πλήρως την ασφάλειά της στην Ουάσιγκτον. Χρειάζεται ασύμμετρα όπλα, drones, αντιπλοϊκούς πυραύλους, νάρκες, αντιαεροπορική άμυνα, ανθεκτικά δίκτυα επικοινωνιών και ενέργειας, αποτελεσματική κινητοποίηση εφέδρων και αποδεδειγμένη πολιτική βούληση για αντίσταση. Η Ταϊπέι έχει περιορισμένη επιρροή στους υπολογισμούς για μια αμερικανική επέμβαση, μπορεί όμως να πείσει το Πεκίνο ότι η κατάληψη του νησιού δεν θα είναι ούτε γρήγορη ούτε ανώδυνη.
Τη δημιουργία σταθερότερων μηχανισμών για τη διαχείριση των οικονομικών σχέσεων Κίνας–ΗΠΑ χαιρετίζει η συντακτική επιτροπή της China Daily σε κύριο άρθρο με τίτλο «Ώρα να μετατραπεί η δύσκολα κερδισμένη θετική συναίνεση σε πράξεις, λύσεις και αποτελέσματα» (ημερομηνία πρόσβασης: 29 Σεπτεμβρίου). Ο όγδοος γύρος διαβουλεύσεων στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον κατέληξε σε αμοιβαίες μειώσεις δασμών για εμπορεύματα αξίας περίπου 30 δισ. δολαρίων από κάθε πλευρά. Συμφωνήθηκε επίσης η σύσταση συμβουλίων για το εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς και ειδικού διαλόγου για την τεχνητή νοημοσύνη. Προβλέπονται ομάδα εργασίας για τη γεωργία, διευκόλυνση των κινεζικών εισαγωγών αμερικανικού άνθρακα και παράταση έως τον Ιανουάριο του 2027 της αναστολής ορισμένων δασμολογικών και μη δασμολογικών μέτρων. Η εφημερίδα εκτιμά ότι οι νέοι δίαυλοι μπορούν να εμποδίσουν επιμέρους διαφωνίες να αποσταθεροποιήσουν το σύνολο των διμερών σχέσεων. Οι συμφωνίες, ωστόσο, πρέπει να μεταφραστούν σε συγκεκριμένα μέτρα. Οι αμερικανικές μαύρες λίστες, οι τεχνολογικοί περιορισμοί και οι δευτερογενείς κυρώσεις εξακολουθούν, σύμφωνα με το κύριο άρθρο, να προκαλούν αβεβαιότητα, να κατακερματίζουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να δυσχεραίνουν τη μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των οικονομικών δεσμών.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Τη σύνδεση της κλιμάκωσης των πολέμων με τα συμφέροντα της αμυντικής βιομηχανίας και των τεχνολογικών εταιρειών υποστηρίζει ο Αντρέι Ιλνίτσκι σε άρθρο γνώμης στην Kommersant, με τίτλο «Ο εξορθολογισμός του παραλόγου», που δημοσιεύτηκε στις 29 Σεπτεμβρίου. Ο στρατιωτικός αναλυτής υποστηρίζει ότι οι πολεμικές δαπάνες και οι μακροχρόνιες κρατικές συμβάσεις και η στρατιωτική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης έχουν δημιουργήσει ένα οικονομικό σύστημα το οποίο ωφελεί αμυντικούς εργολάβους και τεχνολογικούς ομίλους. Κατά τον Ιλνίτσκι, οι πολιτικές ηγεσίες αντλούν επίσης πολιτικό όφελος από την επίκληση εξωτερικών απειλών, ενώ το κόστος της αστάθειας μεταφέρεται στην κοινωνία. Έτσι, η κλιμάκωση αποκτά αυτοτροφοδοτούμενο χαρακτήρα: για τους εμπλεκόμενους οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, η συνέχισή της μπορεί να αποφέρει περισσότερα οφέλη από μια γρήγορη διευθέτηση.
Την άποψη ότι η αμερικανική διπλωματία απέναντι στη Μόσχα διευκολύνει τη συνέχιση της ρωσικής επιθετικότητας διατυπώνει ο Άντριου Τσαχογιάν στο Kyiv Independent, σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Η Ουάσιγκτον επιχειρεί συμφωνίες, η Μόσχα συνεχίζει τον πόλεμο» (ημερομηνία πρόσβασης: 2 Οκτωβρίου). Υποστηρίζει ότι οι επαφές των Αμερικανών απεσταλμένων Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν δεν έχουν ανακόψει τη ρωσική βία, ενώ η Ουκρανία είχε αποδεχθεί την πρόταση για άνευ όρων εκεχειρία το 2025. Κατά τον αρθρογράφο, η λογική της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού δεν αντιμετωπίζει τα αίτια του πολέμου και κινδυνεύει να επιβραβεύσει την επιθετικότητα. Ερμηνεύει τη ρωσική εισβολή ως μέρος της προσπάθειας του Κρεμλίνου να διατηρήσει ένα συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας και καταλήγει ότι οι παραχωρήσεις προς τη Μόσχα μπορεί να ενθαρρύνουν περαιτέρω επιθετικές ενέργειες.
Πηγή: ΚΥΠΕ



