Τον γύρο του κόσμου κάνει από τα ξημερώματα της Παρασκευής 2 Οκτωβρίου η είδηση από το Τενεσί των ΗΠΑ για την αποτυχημένη εκτέλεση της Κρίστα Πάικ. Η Πάικ είναι ζωντανή είπε ο δικηγόρος της και νοσηλεύεται. Επέζησε από δυο θανατηφόρες ενέσεις σε μια πρωτοφανή, για τα δεδομένα της Πολιτείας και όχι μόνο, εκτέλεση. 

Η Κρίστα Πάικ βρίσκεται δεμένη στο φορείο της αίθουσας εκτελέσεων στο Τενεσί. Η διαδικασία έχει ήδη καθυστερήσει επί ώρες εξαιτίας μιας δικαστικής μάχης που έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.

Για την εκτέλεση της θανατικής ποινής, της χορηγείται πεντοβαρβιτάλη. Και στη συνέχεια δεύτερη δόση. Η 50χρονη, όμως, δεν πεθαίνει.

Τι είναι η πεντοβαρβιτάλη: 

Η πεντοβαρβιτάλη είναι ένα ισχυρό ηρεμιστικό που επιβραδύνει τη λειτουργία του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου του νευρικού συστήματος, σε σημείο που μπορεί να επέλθει θάνατος. Η χρήση της στις θανατηφόρες ενέσεις τέθηκε εκ νέου υπό scrutiny πέρυσι, μετά από επανεξέταση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ - επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν - η οποία εξέφρασε ανησυχίες για το ενδεχόμενο το φάρμακο να προκαλεί «περιττό πόνο και οδύνη».

Η κυβέρνησή του απαγόρευσε τη χρήση της σε ομοσπονδιακές εκτελέσεις, όμως η απαγόρευση δεν δεσμεύει μεμονωμένες Πολιτείες, όπως το Τενεσί, οι οποίες μπορούν να επιλέγουν τις δικές τους μεθόδους.

Η πρώτη εκτέλεση μετά από 200 χρόνια - Σάλος από την αποτυχία

Οι δημοσιογράφοι που παρακολουθούν τη διαδικασία την ακούν να ροχαλίζει δυνατά. Λίγο αργότερα η κουρτίνα της αίθουσας κλείνει, το μικρόφωνο απενεργοποιείται και ασθενοφόρα εμφανίζονται έξω από τη φυλακή. Η γυναίκα που επρόκειτο να γίνει η πρώτη που εκτελείται από την Πολιτεία του Τενεσί εδώ και περισσότερα από 200 χρόνια μεταφέρεται τελικά σε νοσοκομείο.

Μέχρι το μεσημέρι της Πέμπτης (01/10) δεν υπήρχε επίσημη ενημέρωση για την κατάσταση της υγείας της. Το Τμήμα Σωφρονιστικών Καταστημάτων του Τενεσί επιβεβαίωσε ότι η Πάικ μεταφέρθηκε σε «ιατρική μονάδα εκτός φυλακής», ενώ οι δικηγόροι της ανέφεραν ότι νοσηλεύεται, χωρίς να γνωρίζουν περισσότερα.

Πίσω από την πρωτοφανή αποτυχία της εκτέλεσης βρίσκεται μια υπόθεση που εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια προκαλεί έντονες αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες: ένα εξαιρετικά βίαιο έγκλημα, μια 18χρονη δράστις, χρόνια κακοποίησης που δεν παρουσιάστηκαν στους ενόρκους και τρεις νεαροί κατηγορούμενοι που κατέληξαν με εντελώς διαφορετικές ποινές.

Το Τμήμα Σωφρονισμού του Τενεσί υπερασπίστηκε τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε και δήλωσε ότι «το πρωτόκολλο δεν επιτρέπει επιπλέον διαδικασίες πέραν εκείνων που πραγματοποιήθηκαν το βράδυ αυτό». Το πρωτόκολλο της Πολιτείας δεν διευκρινίζει με σαφήνεια τι πρέπει να συμβεί εάν ένας κρατούμενος παραμένει ζωντανός μετά τη χορήγηση δεύτερης δόσης, σύμφωνα με το Associated Press.

Οι αρχές δεν έχουν ακόμη εξηγήσει γιατί η δόση που χορηγήθηκε στην Πάικ δεν αποδείχθηκε θανατηφόρα, αν και ειδικοί στον τομέα της ιατρικής έχουν διατυπώσει τις δικές τους θεωρίες. Ο δρ Τζόελ Ζίβοτ, καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Έμορι, ο οποίος δήλωσε στο BBC ότι είχε προσληφθεί από τη νομική ομάδα της Πάικ ως ιατρικός εμπειρογνώμονας, εκτίμησε ότι πιθανότατα δεν επιτεύχθηκε ποτέ επαρκής συγκέντρωση πεντοβαρβιτάλης στο αίμα της, ώστε να προκληθεί άπνοια και καρδιαγγειακή ανεπάρκεια.

Το έγκλημα που την έκλεισε στη φυλακή και την οδήγησε στην (παραλίγο) εκτέλεση 

Το 1995 η Κρίστα Πάικ ήταν 18 ετών και συμμετείχε σε πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης στο Νόξβιλ. Εκεί γνώρισε τη 19χρονη Κόλιν Σλέμερ.

Σύμφωνα με την αστυνομία, η Πάικ και ακόμη δύο έφηβοι παρέσυραν τη Σλέμερ σε εγκαταλελειμμένο χώρο κοντά στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί, όπου τη βασάνισαν, τη μαχαίρωσαν και τη χτύπησαν μέχρι θανάτου. Η ίδια η Πάικ δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της στη δολοφονία.

Η υπόθεση απέκτησε γρήγορα διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από μια συνηθισμένη ποινική υπόθεση. Οι ερευνητές συνέδεσαν αρχικά το έγκλημα με αποκρυφιστικές πρακτικές, καθώς στο στήθος της Σλέμερ είχε χαραχθεί μια πεντάλφα, ενώ η Πάικ είχε καυχηθεί σε άλλο μαθητή ότι είχε κρατήσει κομμάτι από το κρανίο του θύματος ως «σουβενίρ».

Χρόνια αργότερα, ωστόσο, ένα άλλο κομμάτι της ιστορίας της Πάικ θα βρισκόταν στο επίκεντρο της δικαστικής μάχης γύρω από τη θανατική της ποινή.

Οσα δεν άκουσαν ποτέ οι ένορκοι

Οι δικηγόροι της υποστηρίζουν ότι οι ένορκοι που την καταδίκασαν σε θάνατο δεν είχαν ενημερωθεί πλήρως για την παιδική της ηλικία. Σύμφωνα με στοιχεία του φακέλου της, η Πάικ μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον ακραίας αστάθειας, παραμέλησης, σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης.

Οι συνήγοροί της αναφέρουν ότι είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και βιασμό από πολύ μικρή ηλικία και ότι πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού στρες. Υποστήριξαν μάλιστα ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου ότι η ακινητοποίησή της πάνω στο φορείο της εκτέλεσης θα μπορούσε να της προκαλέσει «σοβαρή ψυχική οδύνη και πρόσθετο ψυχολογικό τρόμο». Γι’ αυτό και είχαν ζητήσει να θανατωθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Η Πολιτεία δεν αμφισβήτησε ότι είχε υποστεί κακοποίηση, υποστήριξε όμως ότι δικαστήριο είχε ήδη κρίνει ως υποθετικό το ενδεχόμενο να υποστεί μεγαλύτερη ψυχική βλάβη λόγω του πρωτοκόλλου της θανατηφόρας ένεσης. Ο κυβερνήτης του Τενεσί Μπιλ Λι αρνήθηκε τελικά να της δώσει χάρη.

Τρεις κατηγορούμενοι, τρεις διαφορετικές ποινές

Η ηλικία της Πάικ την εποχή του εγκλήματος αποτέλεσε επίσης βασικό επιχείρημα των δικηγόρων της. Η ίδια ήταν 18 ετών όταν έγινε η δολοφονία και καταδικάστηκε σε θάνατο.

Ο τότε σύντροφός της, Τάνταριλ Σιπ, ήταν 17 ετών. Επειδή ήταν ανήλικος, καταδικάστηκε σε ισόβια με δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους. Αργότερα κατέθεσε ότι εκείνος ήταν που χάραξε την πεντάλφα στο στήθος της Σλέμερ.

Η τρίτη εμπλεκόμενη, η Σαντόλα Πίτερσον, ήταν επίσης 18 ετών και είχε τον ρόλο του τσιλιαδόρου. Σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία της με τις Αρχές καταδικάστηκε με αναστολή.

Οι συνήγοροι της Πάικ υποστηρίζουν ότι σήμερα η ηλικία της κατά τη διάπραξη του εγκλήματος θα είχε μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η επιστημονική έρευνα έχει διευρύνει τη γνώση γύρω από την ανάπτυξη του εγκεφάλου των νέων ανθρώπων πέρα από την εφηβεία. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι τότε δικηγόροι της θα μπορούσαν να είχαν αποδεχθεί πρόταση των εισαγγελέων για ισόβια χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης, εφόσον δήλωνε ένοχη.

Οταν ο δικαστής ανακοίνωσε ότι θα την εκτελούσαν στην ηλεκτρική καρέκλα -τότε τη μοναδική μέθοδο εκτέλεσης στο Τενεσί- η Πάικ ξέσπασε σε κλάματα. «Μπορώ, σας παρακαλώ, να αγκαλιάσω τη μαμά μου;», είπε.

Σχεδόν τρεις δεκαετίες στη φυλακή

Η Πάικ μπήκε στη φυλακή και πέρασε μεγάλα διαστήματα σε απομόνωση, έως και 23 ώρες την ημέρα. Της χορηγήθηκε Prozac για ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, ενώ τα πρώτα χρόνια δυσκολευόταν να εκφράσει μεταμέλεια για όσα είχε κάνει. Αργότερα, στην αίτηση χάριτος, έγραψε ότι χρειάστηκε «πολλά χρόνια» για να αντιληφθεί το μέγεθος της πράξης της.

Τρία χρόνια πριν από την προγραμματισμένη εκτέλεσή της, οι δικηγόροι της ανέθεσαν στην ψυχολόγο Μπέθανι Μπραντ, ειδική στο ψυχικό τραύμα, να την αξιολογήσει. Η Μπραντ μελέτησε αστυνομικές αναφορές, ιατρικούς φακέλους και στοιχεία για τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση που είχε υποστεί.

Σύμφωνα με τον φάκελο, οι γονείς της δεν αποτελούσαν σταθερές παρουσίες στη ζωή της. Σύντροφοι της μητέρας της και άλλοι άνδρες την είχαν κακοποιήσει σεξουαλικά από μικρή ηλικία. Στα 17 της, έναν χρόνο πριν από τη δολοφονία, είχε καταγγείλει στην αστυνομία της Βόρειας Καρολίνας ότι ένας άνδρας την είχε ρίξει στο έδαφος και τη βίασε. Κανείς δεν συνελήφθη για εκείνη την καταγγελία.

Λίγα χρόνια μετά την είσοδό της στη φυλακή διαγνώστηκε επίσης με διπολική διαταραχή. Η Μπραντ έγραψε στην έκθεσή της ότι το επίπεδο του τραύματος που είχε υποστεί ήταν «σχεδόν αδύνατο να γίνει αντιληπτό, επειδή ήταν τόσο σοβαρό». Είπε ακόμη στο NBC News ότι η φαρμακευτική αγωγή στη φυλακή τη βοήθησε σημαντικά και ότι πλέον εκφράζει ενσυναίσθηση και βαθιά μεταμέλεια για το έγκλημα.

Πηγή: Καθημερινή / Athens Voice