Παρά τη σκληρή ρητορική της Άγκυρας και την αυξανόμενη ένταση στις σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ, η τουρκική πλευρά αποφεύγει μέχρι στιγμής μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ισραήλ στη Συρία.

Με αφορμή το ισραηλινό πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ (Abu al-Duhur), κυκλοφορεί ανάλυση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που επιχειρεί να εξηγήσει την τουρκική αυτοσυγκράτηση μέσα από τη διαφορά των στρατιωτικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων των δύο χωρών.

Η βασική εκτίμηση είναι ότι, ανεξαρτήτως της πολιτικής ρητορικής, η Άγκυρα γνωρίζει πως μια απευθείας σύγκρουση με το Ισραήλ στο συριακό έδαφος θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ελεγχθεί και θα μπορούσε να προκαλέσει ταχεία κλιμάκωση.

Διαβάστε επίσης:  Γκάλαντ: Η προειδοποίηση Γκάλαντ για Ερντογάν και o ρόλος Κύπρου–Ελλάδας

Ηλεκτρονικός πόλεμος

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ισραηλινές δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου. Το Ισραήλ διαθέτει προηγμένα συστήματα συλλογής ηλεκτρονικών πληροφοριών, παρεμβολών και καταστολής εχθρικής αεράμυνας.

Σύμφωνα με την ανάλυση, σε περίπτωση σύγκρουσης η ισραηλινή πλευρά θα επιχειρούσε να παρεμβάλει τουρκικές επικοινωνίες, να περιορίσει την αποτελεσματικότητα συστημάτων ραντάρ και να πλήξει τα δίκτυα διοίκησης και ελέγχου των τουρκικών δυνάμεων στη Συρία.

Τεχνητή νοημοσύνη και δικτυοκεντρικός πόλεμος

Δεύτερο στοιχείο θεωρείται η προηγμένη ενσωμάτωση πληροφοριών, αισθητήρων και συστημάτων διοίκησης στις ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις.

Η αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης και ψηφιακών δικτύων μπορεί να μειώσει σημαντικά τον χρόνο μεταξύ του εντοπισμού ενός στόχου και της προσβολής του. Σε ένα πιθανό μέτωπο στη Συρία, όπου οι αποστάσεις είναι περιορισμένες και οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις πολλών διαφορετικών δρώντων βρίσκονται σχετικά κοντά μεταξύ τους, η ταχύτητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη επιχειρησιακή σημασία.

Το πλεονέκτημα στον αέρα

Καθοριστικός παράγοντας θεωρείται και η ισραηλινή αεροπορική ισχύς. Το Ισραήλ διαθέτει μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35I «Adir», καθώς και F-15 και F-16, υποστηριζόμενα από εκτεταμένες δυνατότητες πληροφοριών, ηλεκτρονικού πολέμου και όπλα προσβολής από μεγάλες αποστάσεις.

Η Τουρκία διαθέτει σημαντικά μεγαλύτερες συνολικά Ένοπλες Δυνάμεις και ισχυρή πολεμική αεροπορία, ωστόσο δεν διαθέτει σήμερα επιχειρησιακό μαχητικό πέμπτης γενιάς αντίστοιχο του F-35.

Το πρόβλημα για την Άγκυρα θα ήταν ιδιαίτερα έντονο στη Συρία: οι τουρκικές χερσαίες δυνάμεις και εγκαταστάσεις θα μπορούσαν να βρεθούν εκτεθειμένες σε ισραηλινά πλήγματα χωρίς η Τουρκία να διαθέτει εξασφαλισμένη αεροπορική υπεροχή πάνω από το συριακό έδαφος.

Πλήγματα σε βάθος

Ένα ακόμη πλεονέκτημα του Ισραήλ είναι η δυνατότητα πραγματοποίησης πληγμάτων χωρίς τα αεροσκάφη του να χρειάζεται απαραίτητα να πλησιάσουν τον στόχο.

Με πυραύλους και κατευθυνόμενα όπλα stand-off, η ισραηλινή αεροπορία μπορεί να επιχειρήσει εναντίον κέντρων διοίκησης, αποθηκών, αεροδρομίων, συστημάτων αεράμυνας και κόμβων ανεφοδιασμού σε σημαντικές αποστάσεις.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, ιδιαίτερα ευάλωτες θα ήταν οι τουρκικές υποδομές και οι γραμμές ανεφοδιασμού εντός της Συρίας.

Η άλλη πλευρά της εξίσωσης

Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι τόσο μονομερής όσο παρουσιάζεται στην αρχική ανάλυση. Η Τουρκία είναι κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής, μεγάλο στόλο F-16, ισχυρές δυνατότητες UAV/UCAV, βαλλιστικά και άλλα πυραυλικά συστήματα, καθώς και σημαντική εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Επιπλέον, μια ισραηλινοτουρκική σύγκρουση δεν θα κρινόταν αποκλειστικά από την τεχνολογική υπεροχή σε συγκεκριμένους τομείς. Η γεωγραφία, οι βάσεις, η εφοδιαστική υποστήριξη, η διάρκεια της σύγκρουσης και κυρίως η στάση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ θα αποτελούσαν κρίσιμες μεταβλητές.

Γι' αυτό και η τουρκική αυτοσυγκράτηση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε «φόβο» απέναντι στην ισραηλινή στρατιωτική ισχύ.

Πιθανότερα αντανακλά τον υπολογισμό ότι μια απευθείας σύγκρουση δύο από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ανατολικής Μεσογείου θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες και για τις δύο πλευρές.