Τους κινδύνους που απορρέουν από την προσπάθεια του Ισραήλ να περιορίσει στρατιωτικά την τουρκική παρουσία στη Συρία εξετάζει νέα ανάλυση του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ (INSS). Οι συντάκτριες της μελέτης, Καρμίτ Βαλένσι και Αμάλ Χάγιεκ, προειδοποιούν ότι η υπερβολική προσήλωση σε «κόκκινες γραμμές» μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και ακόμη και σε άμεση αντιπαράθεση Ισραήλ–Τουρκίας.

Η ανάλυση δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου, μετά το ασυνήθιστο ισραηλινό πλήγμα, τη νύχτα της 17ης προς τη 18η Αυγούστου, στη στρατιωτική αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ, στην επαρχία Ιντλίμπ. Η εγκατάσταση βρίσκεται σε απόσταση περίπου 60 χιλιομέτρων από τα τουρκικά σύνορα.

Σύμφωνα με το INSS, οκτώ πύραυλοι έπληξαν τους διαδρόμους απογείωσης της βάσης. Το γραφείο του Ισραηλινού Πρωθυπουργού επιβεβαίωσε εμμέσως την επιχείρηση, διαμηνύοντας ότι η ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων επί συριακού εδάφους αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για το Ισραήλ.

Περίπου μία εβδομάδα αργότερα πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του επικεφαλής της Μοσάντ, Ρόμαν Γκόφμαν, και του Σύρου Υπουργού Εξωτερικών, Ασάαντ αλ Σιμπάνι, με στόχο την αποκλιμάκωση και την αναζήτηση διπλωματικής λύσης.

Οι ισραηλινές ανησυχίες

Λίγες ημέρες πριν από την επίθεση, ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας υποστήριξαν ενώπιον των Ηνωμένων Πολιτειών ότι η Τουρκία ετοιμαζόταν να εγκαταστήσει ραντάρ στην Αμπού αλ Ντουχούρ. Κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, θα ακολουθούσε η ανάπτυξη συστημάτων αεράμυνας και τουρκικού προσωπικού για τη λειτουργία τους.

Στο Ισραήλ υπάρχει η υποψία ότι η Άγκυρα επιδιώκει να αποκτήσει παρουσία σε συριακά αεροδρόμια και άλλες στρατηγικές εγκαταστάσεις, χρησιμοποιώντας συστήματα ραντάρ, διοίκησης και ελέγχου της τουρκικής αμυντικής εταιρείας ASELSAN.

Η διατήρηση της ελευθερίας δράσης της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας πάνω από τη Συρία θεωρείται από την Ιερουσαλήμ αδιαπραγμάτευτος στρατηγικός στόχος. Η συγκεκριμένη πολιτική εφαρμοζόταν επί Μπασάρ αλ Άσαντ για την αναχαίτιση της ιρανικής στρατιωτικής παρουσίας και συνεχίζεται υπό τη νέα ηγεσία του Αχμέντ αλ Σάρα.

Η ισραηλινή δυσπιστία συνδέεται με τις τζιχαντιστικές καταβολές της νέας συριακής ηγεσίας, την παρουσία ένοπλων οργανώσεων —από τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ μέχρι δίκτυα του διεθνούς τζιχαντισμού— και τη διεύρυνση της τουρκικής επιρροής στη χώρα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται, επίσης, στη διατήρηση του συριακού εναέριου χώρου ανοικτού για πιθανές ισραηλινές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Η ανάπτυξη τουρκικών συστημάτων αεράμυνας θα μπορούσε, σύμφωνα με τις ισραηλινές εκτιμήσεις, να περιορίσει αυτή τη δυνατότητα.

Η θέση της Δαμασκού

Η συριακή ηγεσία αντιμετωπίζει την αποκατάσταση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας ως κυριαρχικό δικαίωμα και βασική προϋπόθεση για την ασφάλειά της, έπειτα από έναν πολυετή εμφύλιο πόλεμο.

Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία αποτελεί σήμερα τον κυριότερο εταίρο της Δαμασκού στην ανοικοδόμηση των συριακών ενόπλων δυνάμεων, η ανάλυση επισημαίνει ότι η κυβέρνηση αλ Σάρα δεν επιθυμεί να καταστεί πλήρως εξαρτημένη από την Άγκυρα. Για τον λόγο αυτό αναπτύσσει παράλληλες σχέσεις με αραβικές χώρες, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη, το Πακιστάν και τη Ρωσία.

Ο Σύρος Υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η Δαμασκός δεν επιθυμεί να μετατραπεί το έδαφός της σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Διέψευσε, παράλληλα, ότι υπήρχε σχέδιο δημιουργίας μόνιμης τουρκικής βάσης στην Αμπού αλ Ντουχούρ ή ανάπτυξης ξένων δυνάμεων σε αυτή.

Η συριακή πλευρά υποστηρίζει ότι το αεροδρόμιο ήταν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλελειμμένο και ότι οι εργασίες αποκατάστασής του δεν είχαν ολοκληρωθεί. Τονίζει, επίσης, ότι η χώρα έχει δικαίωμα να ανασυγκροτήσει τον στρατό της και να καθορίζει τις συμμαχίες της με βάση τα εθνικά της συμφέροντα.

Η Δαμασκός επικαλείται την ανάγκη αντιμετώπισης πυρήνων του Ισλαμικού Κράτους, δικτύων λαθρεμπορίου και τρομοκρατίας, ένοπλων πολιτοφυλακών, υπολειμμάτων του προηγούμενου καθεστώτος και πιθανών προσπαθειών αποσταθεροποίησης από το Ιράν και τους συμμάχους του.

Η Τουρκία αναδιοργανώνει την παρουσία της

Μετά από χρόνια υποστήριξης οργανώσεων της συριακής αντιπολίτευσης, πρωτίστως της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ, η Τουρκία διαθέτει πλέον σημαντική πολιτική, στρατιωτική και οικονομική επιρροή στη Συρία.

Οι τουρκικές επιδιώξεις περιλαμβάνουν τη σταθεροποίηση του νέου καθεστώτος, τον περιορισμό των κουρδικών οργανώσεων PKK και SDF, την επιστροφή Σύρων προσφύγων και τη διεύρυνση της περιφερειακής επιρροής της Άγκυρας.

Το INSS επισημαίνει, ωστόσο, ότι η Συρία δεν λειτουργεί ως τουρκικό κράτος-δορυφόρος. Ο αλ Σάρα επιχειρεί να διατηρήσει ισορροπίες μεταξύ διαφορετικών περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων, ώστε να εξασφαλίσει ένα περιθώριο αυτόνομης δράσης.

Μέχρι τον Αύγουστο του 2026, η τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία βρισκόταν σε διαδικασία αναδιοργάνωσης. Η Άγκυρα περιόριζε ορισμένα μικρά φυλάκια που είχε δημιουργήσει κατά τη διάρκεια του πολέμου και παρέδιδε αρμοδιότητες στους νέους συριακούς κρατικούς θεσμούς.

Η εξέλιξη αυτή, όμως, δεν ερμηνεύεται ως αποχώρηση. Αντίθετα, η Τουρκία φαίνεται να μεταβαίνει από ένα εκτεταμένο δίκτυο δεκάδων φυλακίων σε ένα πιο συγκεντρωμένο μοντέλο στρατιωτικής παρουσίας, παράλληλα με την ενίσχυση της εκπαίδευσης, της παροχής συμβουλών και της αποκατάστασης υποδομών του συριακού στρατού.

Λίγες ημέρες πριν από το ισραηλινό πλήγμα, τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία είχε επισκεφθεί την Αμπού αλ Ντουχούρ για να συνδράμει στην αποκατάσταση της βάσης. Το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας διέψευσε ότι Τούρκοι στρατιωτικοί βρίσκονταν εκεί κατά την επίθεση και αρνήθηκε ότι υπήρχε σχέδιο μόνιμης εγκατάστασης.

Μπάρακ: Παραλίγο άμεση σύγκρουση

Ιδιαίτερα επικριτική ήταν η τοποθέτηση του Αμερικανού ειδικού απεσταλμένου για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, ο οποίος χαρακτήρισε την ισραηλινή επίθεση αχρείαστη κλιμάκωση που υπονομεύει την περιφερειακή σταθερότητα.

Σύμφωνα με τον Μπάρακ, το Ισραήλ ενημέρωσε την Ουάσιγκτον περίπου έξι ημέρες πριν από την επίθεση ότι η Τουρκία ενδεχομένως ετοιμαζόταν να μεταφέρει στρατιωτικό προσωπικό ή εξοπλισμό στη βάση. Οι αμερικανικές υπηρεσίες, όμως, φέρονται να κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τέτοια ανάπτυξη δεν βρισκόταν σε εξέλιξη.

Ο Αμερικανός αξιωματούχος προειδοποίησε ότι το ισραηλινό πλήγμα παραλίγο να οδηγήσει σε άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Ο Ισραηλινός Υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατζ, απέρριψε τις δηλώσεις του, υποστηρίζοντας ότι περιείχαν ανακρίβειες και ότι τόσο οι αρμόδιοι Αμερικανοί αξιωματούχοι όσο και η Δαμασκός είχαν ενημερωθεί.

Η αναφορά στα κατεχόμενα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Κύπρο παρουσιάζει η εκτίμηση των συντακτριών ότι, από επιχειρησιακή άποψη, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην ανάπτυξη τουρκικών ραντάρ, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου ή αεράμυνας στη βόρεια Συρία και στην εγκατάστασή τους στη νότια Τουρκία ή στα κατεχόμενα.

Όπως σημειώνεται, οι εμβέλειες κάλυψης είναι παρόμοιες και συνεπώς η παρουσία τέτοιων συστημάτων στη βόρεια Συρία δεν θα έπρεπε από μόνη της να θεωρείται «κόκκινη γραμμή» που δικαιολογεί ισραηλινή στρατιωτική δράση.

Ανάλογη εκτίμηση διατυπώνεται και για τη θαλάσσια διάσταση, καθώς, σύμφωνα με την ανάλυση, το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει ούτως ή άλλως ισχυρή θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Επομένως, μια περιορισμένη παρουσία στις συριακές ακτές δεν μεταβάλλει καθοριστικά την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων.

Διαβάστε επίσης:  Έγγραφό ΥΠΑΜ Τουρκίας:«Λαμβάνουμε μέτρα ακόμη και για πόλεμο»-Αναφορά σε Κύπρο

«Η Τουρκία δεν είναι Ιράν»

Το INSS εκτιμά ότι η σύγκριση της Τουρκίας με το Ιράν, η οποία εμφανίζεται συχνά στον δημόσιο διάλογο του Ισραήλ, δεν ανταποκρίνεται στη στρατηγική πραγματικότητα.

Παρά τη συγκρουσιακή ρητορική της Άγκυρας, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, σημαντικός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών και διατηρεί διπλωματικές σχέσεις και ανοικτούς διαύλους συνεννόησης με το Ισραήλ.

Οι συντάκτριες προειδοποιούν ότι η ισραηλινή επίθεση μπορεί τελικά να λειτουργήσει ως «δίκοπο μαχαίρι». Οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης ενδέχεται να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός επίσημου και περισσότερο δεσμευτικού μηχανισμού αποτροπής στρατιωτικών επεισοδίων, ο οποίος θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας.

Πού τοποθετούνται οι πραγματικές «κόκκινες γραμμές»

Σύμφωνα με την ανάλυση, το Ισραήλ πρέπει να διακρίνει μεταξύ της τεχνικής βοήθειας για την αποκατάσταση συριακών υποδομών και της δημιουργίας αυτόνομων τουρκικών εγκαταστάσεων διοίκησης και ελέγχου.

Η τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία θεωρείται ζωτικής σημασίας για την Άγκυρα, κυρίως λόγω του κουρδικού ζητήματος. Αντίθετα, η δημιουργία τουρκικών βάσεων στην κεντρική και ιδιαίτερα στη νότια Συρία θα έφερνε τις δυνάμεις της Άγκυρας πλησιέστερα στο ισραηλινό μέτωπο και θα μπορούσε να μεταβάλει την περιφερειακή ισορροπία.

Ως πραγματική απειλή προσδιορίζεται επίσης η ενδεχόμενη εγκατάσταση τρομοκρατικών οργανώσεων, κυρίως της Χαμάς, στη νότια Συρία υπό τουρκική ή συριακή προστασία.

Προειδοποίηση για περιφερειακή κλιμάκωση

Το βασικό συμπέρασμα του INSS είναι ότι η παρουσία και η επιρροή της Τουρκίας στη Συρία αποτελούν παγιωμένη πραγματικότητα, η οποία δεν μπορεί να εξαλειφθεί αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα.

Η πρόκληση για το Ισραήλ, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν είναι να ακυρώσει συνολικά τον ρόλο της Τουρκίας, αλλά να τον περιορίσει γεωγραφικά και επιχειρησιακά. Τα στοχευμένα μέτρα αποτροπής θα πρέπει να συνοδεύονται από άμεσο ή έμμεσο διάλογο με τη Δαμασκό και από αποτελεσματικούς μηχανισμούς αποτροπής στρατιωτικών επεισοδίων.

Μια απόλυτη ισραηλινή αντίθεση στην ανασυγκρότηση του συριακού στρατού, καταλήγουν οι συντάκτριες, μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα και να ωθήσει τη Δαμασκό σε ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από την Άγκυρα. Παράλληλα, μπορεί να ενισχύσει τις διεθνείς πιέσεις προς το Ισραήλ για επιστροφή στις γραμμές της συμφωνίας διαχωρισμού δυνάμεων του 1974.