Για πρώτη φορά από τον Απρίλιο του 2022 -λίγους μήνες μετά την έναρξη της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία- η κόπωση από τον πόλεμο φαίνεται να γίνεται αισθητή στη ρωσική κοινωνία.
Το καθεστώς του Βλαντίμιρ Πούτιν δεν βρίσκεται άμεσα αντιμέτωπο με κίνδυνο κατάρρευσης, όμως η κοινωνική ατμόσφαιρα στη Ρωσία αλλάζει. Η αισιοδοξία υποχωρεί, η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη και ολοένα περισσότεροι Ρώσοι εμφανίζονται απαισιόδοξοι για το μέλλον, όπως αναφέρει η Les Echos.
🌍 « Personne ne voit comment demain sera plus facile » ➡️ https://t.co/UE1ICoZIhA pic.twitter.com/RutkDOPAMN
— Les Echos (@LesEchos) August 13, 2026
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του ανεξάρτητου Levada Center, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.600 ανθρώπων, μόλις ένας στους δύο Ρώσους θεωρεί πλέον ότι η στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία εξελίσσεται επιτυχώς. Το ποσοστό έχει υποχωρήσει κατά 19% μέσα σε έναν χρόνο.
Την ίδια στιγμή, η υποστήριξη προς τον στρατό μειώνεται, ενώ η δημοτικότητα του Ρώσου προέδρου υποχώρησε κατά 12 μονάδες, στο 74%, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2022.
«Δεν πρόκειται για ξαφνική ηθική αφύπνιση»
Η αλλαγή στη διάθεση της ρωσικής κοινωνίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι πολίτες στρέφονται μαζικά κατά του πολέμου.
Ο διευθυντής του Levada Center, Ντένις Βόλκοφ, κάνει λόγο για μια «καθαρά πραγματιστική φθορά». Όπως εξηγεί, για περισσότερα από δύο χρόνια το Κρεμλίνο κατάφερε να κρατήσει μεγάλο μέρος της ρωσικής κοινωνίας μακριά από την πραγματικότητα του μετώπου.
Η επιλογή να μην πραγματοποιηθεί νέα γενική επιστράτευση, αλλά να στηριχθεί ο στρατός σε εθελοντές, σήμαινε ότι για την πλειονότητα των Ρώσων «δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου πόλεμος» στην καθημερινότητά τους.
Αυτό όμως αλλάζει.
Από τα μέσα του 2023 οι οικονομικές δυσκολίες έχουν πολλαπλασιαστεί, οι ουκρανικές επιθέσεις με drones στο ρωσικό έδαφος έχουν ενταθεί, ο πληθωρισμός επιμένει και οι περιορισμοί στα καύσιμα και το διαδίκτυο επηρεάζουν ολοένα περισσότερο την καθημερινή ζωή.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Rosstat, ο ετήσιος πληθωρισμός στη Ρωσία αυξήθηκε τον Ιούνιο του 2026 στο 6%, από 5,3% τον προηγούμενο μήνα. Για τα καύσιμα αυτοκινήτων η αύξηση έφτασε το 19,9%, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετώπισε μία από τις σοβαρότερες ελλείψεις καυσίμων από το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης.
Οι επιθέσεις ουκρανικών drones σε διυλιστήρια έχουν επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, περιορίζοντας την εγχώρια προσφορά καυσίμων.
Η προπαγάνδα «ραγίζει» και οι Ρώσοι αρχίζουν να παραπονιούνται
Την ίδια ώρα, φαίνεται να αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο οι Ρώσοι εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους.
Ο κοινωνιολόγος Σάμιουελ Γκριν, του King's College του Λονδίνου, μιλά για ένα φαινόμενο «κοινωνικής άδειας». Πρόσωπα που στην αρχή του πολέμου υποστήριζαν με ενθουσιασμό την πολεμική προσπάθεια, όπως δημοφιλείς bloggers και άλλοι opinion leaders, εμφανίζονται πλέον πολύ λιγότερο ενθουσιώδη.
Η αλλαγή αυτή περνά σταδιακά στις συζητήσεις στους χώρους εργασίας και στα σπίτια. «Δίνει στους ανθρώπους ένα είδος άδειας να παραπονιούνται», εξηγεί ο Γκριν, σύμφωνα με τη Les Echos.
Η επικείμενη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου στη Ρωσία φαίνεται επίσης να συμβάλλει στο να εκφράζονται περισσότερο οι πολίτες.
Το εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι ότι η κόπωση δεν συνοδεύεται απαραίτητα από κάποια συγκεκριμένη πολιτική απαίτηση για το τέλος του πολέμου.
Όπως επισημαίνει ο Γκριν, μεγάλο μέρος της ρωσικής κοινωνίας εμφανίζεται πλέον αδιάφορο για το πώς ακριβώς θα τελειώσει η σύγκρουση, αρκεί να επιστρέψει η καθημερινότητα σε μια κατάσταση κανονικότητας.
Ο Πούτιν δεν απειλείται άμεσα
Παρά την επιδείνωση της διάθεσης της κοινωνίας, οι ειδικοί δεν βλέπουν προς το παρόν ενδείξεις ότι το καθεστώς Πούτιν βρίσκεται μπροστά σε μια πολιτική κατάρρευση.
Ο λόγος είναι ότι η πλειονότητα των Ρώσων εξακολουθεί να μην επωμίζεται άμεσα το κόστος του πολέμου. Οι στρατιώτες αμείβονται για τη συμμετοχή τους και, όπως επισημαίνει ο Βόλκοφ, μεγάλο μέρος της κοινωνίας παραμένει ουσιαστικά εκτός της πολεμικής προσπάθειας.
Παράλληλα, το Κρεμλίνο έχει παρουσιάσει τη σύγκρουση ως μια υπαρξιακή μάχη απέναντι στη Δύση, διατηρώντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική συσπείρωση.
Ακόμη και η πτώση της δημοτικότητας του Πούτιν στο 74% πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή. Ο Γκριν σχολιάζει χαρακτηριστικά ότι «ο Εμανουέλ Μακρόν θα σκότωνε για να έχει δημοτικότητα 74%».
Η ρωσική κοινωνία, άλλωστε, έχει διαφορετικές προσδοκίες από το κράτος σε σχέση με τις κοινωνίες των δυτικών δημοκρατιών. «Θέλουν κυρίως η κυβέρνηση να τους αφήνει ήσυχους και να μην τους δημιουργεί προβλήματα», εξηγεί ο κοινωνιολόγος.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το Κρεμλίνο: χάθηκε η ελπίδα για το αύριο
Το πραγματικό πρόβλημα, σύμφωνα με την ανάλυση των ειδικών, βρίσκεται αλλού: στην απώλεια της προσδοκίας ότι τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα.
Το Κρεμλίνο φαίνεται να ποντάρει σε μια βελτίωση της διάθεσης της κοινωνίας τον χειμώνα, ελπίζοντας ότι η πίεση στις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας θα ενισχύσει το ρωσικό αφήγημα περί αντοχής και επικράτησης.
Όμως η στρατηγική αυτή συναντά ένα ολοένα μεγαλύτερο πρόβλημα: την απουσία αισιοδοξίας, όπως υπογραμμίζει η γαλλική οικονομική εφημερίδα.«Το σύμφωνο κοινωνικής σταθερότητας φαίνεται να βασίζεται στην ελπίδα ότι το μέλλον θα είναι πιο φωτεινό», σημειώνει ο Γκριν.
«Οι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν ένα δύσκολο παρόν αν πιστεύουν σε ένα πιο φωτεινό μέλλον. Αλλά σήμερα κανείς δεν βλέπει πώς θα είναι πιο εύκολο το αύριο».
Και αυτή ίσως να είναι η πιο ανησυχητική αλλαγή για το Κρεμλίνο: όχι μια άμεση εξέγερση, αλλά η σταδιακή διάβρωση της πεποίθησης ότι ο πόλεμος οδηγεί κάπου καλύτερα.
Πηγή: iefimerida.gr




