Μείωση των γεωργικών εισαγωγών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα με αύξηση της ευρωπαϊκής παραγωγής και των τιμών καταναλωτή, θα μπορούσε να επιφέρει η αυστηρότερη ευθυγράμμιση των προτύπων για τα κατάλοιπα ορισμένων επικίνδυνων φυτοφαρμάκων στα εισαγόμενα προϊόντα, σύμφωνα με μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Κομισιόν (JRC) που δημοσιεύτηκε την Τρίτη.
Η μελέτη του JRC εξετάζει τις πιθανές οικονομικές επιπτώσεις από τη μείωση των ανώτατων ορίων καταλοίπων για τα πλέον επικίνδυνα φυτοφάρμακα που έχουν απαγορευτεί στην ΕΕ στο όριο ποσοτικού προσδιορισμού, όσον αφορά τα εισαγόμενα τρόφιμα και ζωοτροφές.
Σύμφωνα με τη μελέτη, εντοπίστηκαν 18 δραστικές ουσίες που δεν είναι εγκεκριμένες στην ΕΕ και εμπίπτουν στην κατηγορία των πλέον επικίνδυνων ουσιών, για τις οποίες υφίστανται ανώτατα όρια καταλοίπων πάνω από το όριο ποσοτικού προσδιορισμού. Οι ουσίες αυτές αφορούν 235 προϊόντα και 86 χώρες εξαγωγής.
Το JRC εξέτασε τρία διαφορετικά σενάρια, τα οποία διαφοροποιούνται ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο οι παραγωγοί τρίτων χωρών προσαρμόζουν τις πρακτικές παραγωγής τους στις αυστηρότερες απαιτήσεις της ΕΕ.
Στο πλέον ακραίο σενάριο, στο οποίο οι παραγωγοί τρίτων χωρών δεν προσαρμόζονται και οι επηρεαζόμενες εμπορικές ροές προς την ΕΕ διακόπτονται, οι συνολικές γεωργικές εισαγωγές της Ένωσης εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 41%. Η μείωση φτάνει στο 92% για τα εσπεριδοειδή και στο 90% για τη σόγια.
Στο ίδιο σενάριο, η συνολική γεωργική παραγωγή της ΕΕ αυξάνεται κατά 1,1%, ενώ η χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση διευρύνεται κατά 1,9 εκατομμύρια εκτάρια ή 1,2%. Η παραγωγή εσπεριδοειδών αυξάνεται κατά 47%, της ελαιοκράμβης κατά 41% και της σόγιας κατά 29%.
Αντίθετα, η κτηνοτροφική παραγωγή υποχωρεί στο συγκεκριμένο σενάριο λόγω της αύξησης του κόστους των ζωοτροφών. Η παραγωγή χοιρινού κρέατος μειώνεται κατά 5,8% και των πουλερικών κατά 5,4%, ενώ οι τιμές των ελαιούχων πλακούντων αυξάνονται κατά 87%.
Σημαντικές είναι και οι εκτιμώμενες επιπτώσεις στις τιμές καταναλωτή. Η μελέτη καταγράφει δυνητική αύξηση κατά 332% στον καφέ, 105% στους πλακούντες σόγιας και 85% στα εσπεριδοειδή.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις περιορίζονται σημαντικά στα σενάρια στα οποία προβλέπεται προσαρμογή των παραγωγών τρίτων χωρών.
Πιο συγκεκριμένα, στο ενδιάμεσο σενάριο, οι συνολικές γεωργικές εισαγωγές της ΕΕ μειώνονται κατά 8%, ενώ η ευρωπαϊκή παραγωγή αυξάνεται κατά 0,23%. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές καταναλωτή καταγράφονται στα επιτραπέζια σταφύλια με 6,5%, στον καφέ με 6% και στα εσπεριδοειδή με 5,6%.
Στο χαμηλότερο σενάριο, όπου προβλέπεται μεγαλύτερη δυνατότητα προσαρμογής, η μείωση των συνολικών γεωργικών εισαγωγών περιορίζεται στο 0,4%, ενώ οι μεταβολές στην παραγωγή και στις τιμές καταναλωτή παραμένουν κάτω από 1% για όλα τα προϊόντα.
Το JRC υπογραμμίζει ότι τα αποτελέσματα παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με το προϊόν και τη χώρα προέλευσης, ενώ οι επιπτώσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα των παραγωγών τρίτων χωρών να προσαρμόσουν τις πρακτικές τους και από το κόστος αυτής της προσαρμογής.
Διευκρινίζεται ακόμη ότι η συγκεκριμένη μελέτη δεν αποτελεί εκτίμηση επιπτώσεων και δεν εξετάζει τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές διαστάσεις που συνδέονται με την απαγόρευση των συγκεκριμένων ουσιών στην ΕΕ. Τα σενάρια αποσκοπούν στον καθορισμό ενός εύρους πιθανών αποτελεσμάτων και όχι στην πρόβλεψη συγκεκριμένων μελλοντικών επιπτώσεων.
Πηγή: ΚΥΠΕ




